Facebooktwitterlinkedinmail

ΑΠΟΨΗ ΜΙΑΣ ΜΗΤΕΡΑΣ ΑΝΗΛΙΚΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΔΟΚΙΜΑΖΟΜΕΝΗ ΠΙΕΡΙΑΓΙΑ ΤΟ ΑΝΟΙΓΜΑ ΤΩΝ ΣΧΟΛΕΙΩΝ

«ΑΣ ΜΗΝ ΓΙΝΟΥΜΕ ΠΕΙΡΑΜΑΤΟΖΩΑ»

 

Σε τι θα βοηθούσε το κλείσιμο των σχολείων υπό την απειλή τρίτου κύματος και μετάλλαξης του κορωνοϊού; Είναι το νέο στέλεχος του ιού πιο μολυσματικό στα παιδιά, όπως αναφέρουν επιστήμονες και αρκετά ρεπορτάζ;

Θα ήθελα να καταθέσω την αγωνία μου ως μητέρα δύο ανήλικων παιδιών, 8 και 5 ετών, και κόρη η ίδια υπερήλικων, που ζει και εργάζεται στην Πιερία μια περιοχή που συνεχίζει να δοκιμάζεται από το αμείλικτο πέρασμα του κορωνοϊού.

Πριν ένα χρόνο έκλεισε η χώρα έχοντας ελάχιστα κρούσματα. Στην Πιερία, τα μετρούσαμε στα δάχτυλα του ενός χεριού. Ήμασταν όλοι σε άγνοια και απροετοίμαστοι γι’ αυτό. Ταλαιπωρηθήκαμε και αγχωθήκαμε για να βρούμε μάσκες, αντισηπτικά και να μάθουμε την τηλεδιάσκεψη σε εκπαίδευση και εργασία. Τότε δεν κινδύνεψε κανείς μας είτε γιατί δεν είχαμε κρούσματα είτε γιατί λειτουργήσαμε προληπτικά.

Στο νέο σάρωμα του φονικού ιού, που ήδη στην περιοχή μας αλλά και στην ευρύτερη Βόρεια Ελλάδα μετράμε χιλιάδες κρούσματα και θρηνούμε εκατοντάδες νεκρούς, που πολλοί από αυτούς έφυγαν χωρίς να έχουν κάποιο υποκείμενο νόσημα, και αφού σ’ αυτό το βωμό θυσιάστηκε το εμπόριο και πολλοί τομείς της οικονομίας, ανοίγουν κατά πάσα πιθανότητα στις 11 Ιανουαρίου τα σχολεία.

Το ερώτημα για την ορθότητα της απόφασης αφορά το γιατί η ανάγκη να ανοίξουν τα σχολεία είναι πρωταρχική τη δεδομένη στιγμή;

Ιδού κάποια απλά επιχειρήματα:

Το εμπόριο και η οικονομική δραστηριότητα στους περισσότερους τομείς έχουν μηδενίσει. Και εφόσον όλα θα ανοίξουν και θα λειτουργήσουν πειραματικά και προσωρινά αυτό σημαίνει ότι δεν μιλάμε στην παρούσα φάση για επανεκκίνηση της οικονομίας. Ο επιχειρηματικός κόσμος και οι ιδιωτικοί υπάλληλοι και πάλι περιμένουν βοήθεια και ενίσχυση από τον κρατικό μηχανισμό και όχι από το άνοιγμα του εμπορίου, το οποίο και πάλι σε λίγες εβδομάδες μπορεί να κλείσει. Άρα, γιατί δεν μπορούμε να περιμένουμε τουλάχιστον ένα μήνα να δούμε την εξέλιξη του ιού και την αποτελεσματικότητα του εμβολίου;

Εφόσον τα παιδιά πλέον βρήκαν τους ρυθμούς τους με την τηλεδιάσκεψη αλλά και οι υπάλληλοι με την εργασία εξ’ αποστάσεως, γιατί πρέπει να μπούμε σε νέες δοκιμασίες; Να δούμε παιδιά, γονείς, δασκάλους και ηλικιωμένους να αρρωσταίνουν; Άρα, γιατί δεν μπορούμε να περιμένουμε τουλάχιστον μέχρι τα μέσα Φεβρουαρίου για να βγούμε από το χειμώνα;

Οι εμβολιασμοί έχουν λίγες μέρες που ξεκίνησαν, στην περιοχή που ζω μόλις 2 ημέρες, άρα δεν υπάρχουν αξιόπιστα συμπεράσματα για την ασφάλεια και ανοσία που τόσο ελπίζουμε να φέρει.

Είμαστε στη μέση του χειμώνα. Πέρσι τέτοια εποχή, τα σχολεία μας είχαν αποδεκατιστεί από μια ισχυρή γρίπη. Σ’ αυτή τη συγκυρία, ποιος θα μπορέσει να μας εξυπηρετήσει ακόμη και για μια εποχική γρίπη;

Επιπλέον, μπαίνουμε στην καρδιά του χειμώνα, και οι σχολικές αίθουσες δεν θα μπορούν να αερίζονται όπως το φθινόπωρο ή την Άνοιξη αλλά ούτε και οι μαθητές να βγαίνουν έξω στην αυλή για το απαραίτητο διάλειμμα λόγω κρύου. Φανταστείτε αίθουσες με είκοσι και επιπλέον παιδιά που δεν μπορούν να αερίζονται με τον τρόπο που επιτάσσουν οι οδηγίες και που όλα αυτά τα παιδιά μαζί με τους εκπαιδευτικούς τους θα είναι «μαντρωμένα» σε μια αίθουσα με μια μάσκα για τουλάχιστον 5-6 ώρες καθημερινά;

Ακόμη, διαβάζουμε όλο και συχνότερα ρεπορτάζ που αναφέρουν ότι το μεταλλαγμένο στέλεχος του κορωνοϊού πλέον «χτυπά» και παιδιά (0-19 ετών). Γιατί να μην λειτουργήσουμε προληπτικά;

Και σ’ όλο αυτό, πόσο ωραία είναι η εικόνα ενός νήπιου ή μικρού μαθητή που δεν μπορεί να αναπνεύσει λόγω μάσκας;

Πόσο ωραία είναι η εικόνα μιας οικογένειας που αγωνιά για τους υπερήλικές της που θα έρθουν σε επαφή με τα εγγόνια γιατί δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά;

Γνωρίζουμε ότι δεν εφαρμόζουν όλες οι οικογένειες με την ίδια αυστηρότητα τα ίδια μέτρα. Το είδαμε και σήμερα, στον τρόπο που πολλοί επέλεξαν να απειθαρχήσουν στις οδηγίες για τα Θεοφάνια. Γιατί, όμως, μαζί με τα «ξερά να καούν και τα χλωρά»;

Είναι γνωστό ότι νοσεί το σύστημα Υγείας και η επάνδρωση των επαρχιακών νοσοκομείων, ιδίως με προσωπικό που μπορεί να διαχειριστεί αυτόν τον ιό. Γιατί να οδηγηθούμε λοιπόν σε νέες περιπέτειες;

Το ακορντεόν σ’ αυτή την περίπτωση δεν βοηθά κανέναν. Το να ανοίξουν τα σχολεία 1 ή 1,5 μήνα μετά δεν θα αλλάξει κάτι στην ήδη επιδεινωμένη οικονομία μας. Το να μπορέσουν κάποιοι γονείς να αφήσουν τα παιδιά τους για να πάνε στην εργασία τους (αν περί αυτού πρόκειται και κυρίως για τους υπαλλήλους της χώρας) και μετά να τρέχουν για να αντιμετωπίζουν γρίπες και ιούς σ’ αυτό το θολό τοπίο, δεν βοηθά κανέναν. Αυτό όμως που θα πετύχουμε αν κάνουμε λίγη ακόμη υπομονή, είναι μια «ανάσα» στην καθημερινότητά μας και κυρίως ασφάλεια και πρόληψη. Αυτό χρειαζόμαστε, αυτή τη στιγμή: πρόληψη! Να βγούμε, έξω και ελεύθεροι χωρίς φοβίες και επιπλέον θρήνους.

Ας μην γίνουμε πειραματόζωα.

Στα μάτια πολλών από εμάς φαντάζει ως πιο λογική επιλογή να περιμένουμε λίγο ακόμη. Σ’ έναν κόσμο που καταρρέει, ας δώσουμε λίγο χρόνο, ας λειτουργήσουμε και πάλι προληπτικά, όπως πέρσι τέτοια εποχή.

Γνωρίζω πολύ καλά ότι όλοι έχουμε κουραστεί, αγανακτήσει και κυρίως υποφέρουμε με την όλη κατάσταση. Σε τι θα βοηθούσε όμως περισσότερη απόγνωση και αυστηρότερα lockdown, αν επιβεβαιωθούν οι πληροφορίες για τρίτο κύμα και μετάλλαξη του ιού;

Γνωρίζουμε ότι η Κυβέρνηση καλείται να διαχειριστεί μια δύσκολη συγκυρία, όσον αφορά όμως το άνοιγμα των σχολείων τη Δευτέρα, καλό θα ήταν να επανεξετάσει αυτό το ενδεχόμενο.

Ημέρα που είναι, εύχομαι θεία φώτιση.

Χριστίνα Ι. Σιδηροπούλου