Facebooktwitterlinkedinmail

Ο Γιώργος Ζαμπέτας «κέντησε» με τις ξεχωριστές πενιές του τις εισαγωγές και τα τραγούδια των Θεοδωράκη, Ξαρχάκου, Πλέσσα, Μαρκόπουλου, Μαρκέα, Καπνίση και πολλών άλλων συνθετών. Έγραψε ακόμα τραγούδια με τους Πυθαγόρα, Καγιάντα, Πρετεντέρη, Παπαδόπουλο, Τζεφρώνη, Μπακογιάννη και Παπαγιαννοπούλου, ενώ συνεργάστηκε στενά με τον κορυφαίο στιχουργό Χαράλαμπο Βασιλειάδη – Τσάντα, τον ποιητή Δημήτρη Χριστοδούλου και τον Αλέκο Σακελλάριο.
Αποσπάσματα από το βιβλίο της Ιωάννας Κλειάσιου Γιώργος Ζαμπέτας βίος και πολιτεία,
Είναι μέρα Κυριακή, 3 Δεκέμβρη και νύχτα νύχτα το πρωί έχει βγει ο τηλεβόας για να συγκεντρωθούμε όλοι της περιοχής μας στο γήπεδο της Αρτέμιδος για να πάμε στο Σύνταγμα, πεζοί και να βροντοφωνάξουμε «Λαοκρατία και όχι Βασιλιά».
Μπροστά μας στην πλατεία είναι αμέτρητοι αστυνόμοι αι διάφοροι γαλονάδες. Οπότε φωνάζουμε εμείς «Λαοκρατία και όχι Βασιλιά», αυτοί μας λένε να φύγουμε. Εμείς είμαστε πολύ προκλητικοί. Συνέχεια προκαλούμε.
Σε μια στιγμή πάμε να τους αρπάξουμε τους αστυνομικούς, να τους λιανίσουμε. Σε λίγο όμως φέρνουνε έναν με τέσσερα γαλόνια, αξιωματικό, πηγμένο στη μούρη και παντού στο αίμα. Τον βλέπουνε οι αστυφυλάκοι κι αγριεύουνε, αρπάζουνε τ’ αυτόματα κι αρχίζουν να ρίχνουν.
Μπορεί να ρίχναν στον αέρα μπορεί πάνω μας, δεν ξέραμε. Έγινε ένα αλαλούμ. Τρέχαμε, ποδοπατιόμασταν να φύγουμε.

Φτάνουμε επιτέλους στη γειτονιά μας. Αλλά είναι η ώρα που αρχινάει το μακελειό. Πλακώνουν από παντού ένοπλοι Ελασίτες μες την Αθήνα και ρίχνουνε και γίνεται της πουτάνας. Από τη γειτονιά μας την πρώτη μέρα φύγανε 24 παλικάρια και γυρίσανε τρία. Τους έφαγε το σκοτάδι. Βάζανε δυναμίτες σε σπίτια κι αρχίσανε οι οδομαχίες

Περάσανε τα χρόνια. Το 1975 είμαι στη Θεσσαλονίκη και μένω στο ξενοδοχείο του Καψή. Δούλευα στη ΦΑΡΙΝΤΑ. Μια μέρα είμαι στη ρεσεψιόν για να πάρω εφημερίδα. (…)
Έξω συναντάω κάποιον και μου λέει, Ζαμπέτα, δε με θυμάσαι; Τον κοιτάω, τον ξανακοιτάω, κάτι μου έφερνε απ’ τα παλιά. Τον θυμήθηκα στο τέλος. Ρε, που λέω, ο Βασίλης ο κοβάρχης δεν είσαι; Που είναι ρε, το  Μαραμπέλο; Δε ντρέπεσαι, ρε πούστη, τι ήταν αυτά που κάνατε κείνα τα χρόνια, τι μας βάζατε κι εμάς να κάνουμε;

Ο Ζαμπέτας έχει καθιερωθεί ως το πρότυπο του διασκεδαστή: ο πενηντάρης, ο αράπης, ο πιο καλός ο μαθητής, αποσπάσματα από έρωτες κλπ. Αυτή όμως είναι η μία του πλευρά. Υπάρχει και η άλλη, η λιγότερο γνωστή: αυτή του μελαγχολικού λαϊκού τροβαδούρου