Facebooktwitterlinkedinmail

Το πνεύμα, από αδράνεια και οκνηρία, προσηλώνεται συνήθως μονάχα σε ό,τι εύκολο και ευχάριστο του είναι: η τάση αυτή θέτει διαρκώς όρια στη γνώση μας· ποτέ κανείς δεν μόχθησε να εκτείνει το μυαλό του, να το πάει μακρύτερα από τα όριά του.

Θα κοκκινίζαμε συχνά και για τις ευγενέστερές μας πράξεις, εάν μπορούσε ο κόσμος να υποπτευθεί τ’ αληθινά τους κίνητρα.

Η αρετή δεν θα πήγαινε τόσο μακριά αν δεν της έκανε παρέα στο δρόμο της η ματαιοδοξία.

Η ιδιοτέλεια μιλάει γλώσσες κάθε λογής και παίζει πληθώρα ρόλων – ως κι αυτόν της ανιδιοτέλειας.

Λίγοι οι λογικοί, νομίζουμε· και θεωρούμε λογικούς εκείνους μόνο που συμμερίζονται τη γνώμη μας.

Σπεύδουμε να επικρίνουμε των αλλωνών τα λάθη, δύσκολα όμως τα χρησιμοποιούμε προκειμένου τα δικά μας να διορθώσουμε.

Με ορισμένες καλές ιδιότητες συμβαίνει ό,τι και με τις αισθήσεις· εκείνοι που τις στερούνται μήτε να τις διακρίνουνε μπορούν μήτε να τις καταλάβουν.

Ο έρωτας ο αληθινός σαν τα φαντάσματα είναι· όλοι μιλούν γι’ αυτόν, λίγοι τον έχουν δει.

Η ελπίδα και ο φόβος είναι αχώριστοι, και δεν υπάρχει φόβος χωρίς ελπίδα μήτε ελπίδα δίχως φόβο.
***

Λόγια ενός ανθρώπου που έσκαψε δίχως φόβο στα μύχια της ανθρώπινης φύσης – ό,τι και αν σημαίνει αυτή η τελευταία. Ενός ευγενούς του 17ου αιώνα που κάποια στιγμή κουράστηκε να σκαρφαλώνει σε αυτή την αδιάκοπη, ανελέητη σκάλα της κοινωνικής φιλοδοξίας, όμοια τότε όπως και τώρα · είχε, βλέπετε, διακρίνει τη λίγδα πάνω στα σκαλοπάτια, τη σκόνη κάτω απ’ το πολυτελές χαλί. Είχε δει τον άνθρωπο γυμνό και ήταν αδύνατο πια να τον φανταστεί με ρούχα και κοσμήματα – διέκρινε πλέον την υποκρισία πίσω από τα τελευταία. Υποκρισία όχι μόνο απέναντι στους άλλους, μα συχνά, απέναντι και στον ίδιο τον εαυτό μας.
Ο λόγος για τον Φραγκίσκο τον ΣΤ΄, Πρίγκιπα του Μαρσιγιάκ, δεύτερο Δούκα του Λα Ροσφουκώ – ο οποίος, εν συντομία, έγινε γνωστός απλά ως Λα Ροσφουκώ! Η ζωή του ήταν γεμάτη περιπέτειες – από μόνη της θα μπορούσε να αποτελέσει το θέμα κάποιου μυθιστορήματος ή μιας ταινίας. Ζώντας τις μηχανορραφίες της γαλλικής Αυλής του Λουδοβίκου ΙΓ’, της συζύγου του, Άννας της Αυστριακής και του περιβόητου Καρδινάλιου Ρισελιέ, συμμετέχοντας στο περιπετειώδες κλίμα μιας εποχής όπου η ραδιουργία ήταν νόμος και ο νόμος εξουσία, συμμετέχοντας σε μάχες και πολέμους, σε έρωτες και ρομάντζα με μεγάλες κυρίες των καιρών του, ο Λα Ροσφουκώ γνώρισε σε βάθος την κωμωδία των ανθρωπίνων πραγμάτων. Και όταν κάποια στιγμή, κουρασμένος, παραιτήθηκε απ’ το ατέρμονο αυτό παιχνίδι, αποφάσισε να γράψει· να εξωτερικεύσει γραπτώς όσα ήταν αδύνατο να εκφράσει με άλλο τρόπο.
Κάπως έτσι δημιουργήθηκαν, εν έτει 1664, τα περίφημα «Αξιώματά» του. Μια συλλογή αποφθεγμάτων και μικροσκοπικών, στην πλειοψηφία τους, γνωμικών, τα οποία περιγράφουν την ανθρώπινη κατάσταση δίχως καμία απολύτως διάθεση εξιδανίκευσης. Η ιδιοτέλεια, η φιλαυτία, η ματαιοδοξία, το συμφέρον, τα πάθη και η τύχη – αυτά κινούν τον άνθρωπο, αν όχι εξ’ ολοκλήρου, σίγουρα περισσότερο απ’ όσο θα ήθελε να νομίζει. «Οι αρετές μας συνήθως είναι κακίες μεταμφιεσμένες», υποστήριζε ο Λα Ροσφουκώ, ξεγυμνώνοντας τους κώδικες ηθικής και τον καθωσπρεπισμό απ’ το υποκριτικό περίβλημά τους. Η επιρροή που άσκησε σε μεταγενέστερους συγγραφείς, με σημαντικότερο όλων τον Φρειδερίκο Νίτσε, υπήρξε καταλυτική. 
Και με τα κείμενά του αυτά ο Λα Ροσφουκώ απέδειξε γιατί η πένα είναι ισχυρότερη απ’ το ξίφος.

Σκοπός του Λα Ροσφουκώ δεν ήταν να απομυζήσει τον άνθρωπο από κάθε τί ευγενικό και άξιο μέσα του· δεν υπήρξε μηδενιστής ή πεσιμιστής. Η εξυπνάδα, τόνιζε, συνίσταται στην αναγνώριση της ορθής αξίας των πραγμάτων. Κοινώς, να λέμε τα σύκα-σύκα και τη σκάφη-σκάφη, όπως αναφέρει και η γνωστή παροιμία. Σ’ έναν κόσμο στον οποίο βασιλεύει η υποκρισία του φαίνεσθαι, το ένστικτο του μιμητισμού και η ανουσιότητα των κάλπικων αγαθών, συχνά χάνουμε την ουσία μέσα από τα μάτια μας. Φτάνουμε να υποκρινόμαστε οι ίδιοι στους εαυτούς μας. Κοιτάζουμε διαρκώς ψηλά, αγνοώντας το χώμα – και τη σκόνη και τη λάσπη – που πατούν τα πόδια μας. Βιαζόμαστε να δείξουμε το δάχτυλο, να κατηγορήσουμε άλλους, να υπεραμυνθούμε για ιερά και δίκαια, να υπερασπίσουμε τις ανώτερές μας αρετές και τα ευγενή αισθήματά μας – αποφεύγοντας όμως την αυτοκριτική, δίχως να κοιτάζουμε μέσα στον ίδιο τον εαυτό μας.

Μα αν το κάνουμε – αν αναγνωρίσουμε τις αρνητικές όψεις του εαυτού μας, το ίδιο όπως και τις θετικές· ίσως τότε να μην γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι· μα θα έχουμε γίνει περισσότερο ειλικρινείς. Περισσότερο έντιμοι. Γιατί αποδέχεται καλύτερα τη γύμνια εκείνος που την βλέπει όπως είναι – δίχως εξωραϊσμούς, με τα καλά και τα κακά της.

Και αν ο Λα Ροσφουκώ έγραφε πριν τέσσερις σχεδόν αιώνες, μην έχετε καμιά αμφιβολία: και σήμερα οι άνθρωποι φοβόμαστε τη γύμνια μας, το ίδιο όπως και τότε. Γι’ αυτό την καλλωπίζουμε και την επεξεργαζόμαστε και την ντύνουμε με τα ωραιότερα των ρούχων – ενίοτε φτάνουμε να αρνηθούμε πως υπάρχει.