Facebooktwitterlinkedinmail

Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα,
προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα!
Αν το καλοσκεφτείς, τίποτα δεν αλλάζει τελικά.
Μόνο τα πρόσωπα.
Σαν ηθοποιοί στην ίδιο έργο που παίζεται χρόνια.
Πεθαίνει ένας, παίρνει τη θέση του ο επόμενος.
Πιστοί στο κείμενο άγνωστου συγγραφέα, επαναλαμβάνουμε τα ίδια και τα ίδια, αλλάζοντας μόνο ονόματα και σκηνικά.
Έτσι για να νιώθουμε πως κάτι προσθέσαμε κι εμείς.
Μην ανησυχείτε. Οι παραστάσεις συνεχίζονται. Ευλαβικά.

Οι Μοιραίοι
Κώστας Βάρναλης
Μες την υπόγεια την ταβέρνα,
μες σε καπνούς και σε βρισιές
(απάνω στρίγγλιζε η λατέρνα)
όλ’η παρέα πίναμ’ εψες’
εψές, σαν όλα τα βραδάκια,
να πάνε κάτου τα φαρμάκια.

Σφιγγόταν ένας πλάι στον άλλο
και κάπου εφτυούσε καταγής.
Ω! πόσο βάσανο μεγάλο
το βάσανο είναι της ζωής!
Όσο κι ο νους να τυραννιέται,
άσπρην ημέρα δε θυμιέται.

Ήλιε και θάλασσα γαλάζα
και βάθος τ’ άσωτ’ ουρανού!
Ω! της αυγής κροκάτη γάζα,
γαρούφαλα του δειλινού,
λάμπετε, σβήνετε μακριά μας,
χωρίς να μπείτε στην καρδιά μας!

Του ενός ο πατέρας χρόνια δέκα
παράλυτος, ίδιο στοιχειό’
τ’ άλλου κοντόημερ’ η γυναίκα
στο σπίτι λιώνει από χτικιό’
στο Παλαμήδι ο γιός του Μάζη
κ’ η κόρη του Γιαβή στο Γκάζι.

– Φταίει το ζαβό το ριζικό μας!
– Φταίει ο Θεός που μας μισεί!
– Φταίει το κεφάλι το κακό μας!
– Φταίει πρώτ’ απ’ όλα το κρασί!
Ποιος φταίει; ποιος φταίει; Κανένα στόμα
δεν το βρε και δεν το ‘πε ακόμα.

Έτσι στη σκότεινη ταβέρνα
πίνουμε πάντα μας σκυφτοί.
Σαν τα σκουλήκια, κάθε φτέρνα
όπου μας εύρει μας πατεί.
Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα,
προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα!