Ακούμε σταθερά τα τελευταία 1-2 χρόνια πως η μεσαία τάξη στην Ελλάδα καταστράφηκε και μάλιστα πως η κυβέρνηση φέρει την αποκλειστική ευθύνη γι’ αυτό.

Το ερώτημα που προκύπτει, ωστόσο, είναι πώς είναι δυνατόν μια τάξη που αποτελεί τη ραχοκοκαλιά της οικονομίας, μολονότι καταστράφηκε, να ηγείται σήμερα της ανάκαμψης της οικονομίας;

Γιατί η αλήθεια είναι πως σήμερα οι εξαγωγές και η ιδιωτική κατανάλωση ηγούνται της αύξησης του ΑΕΠ της χώρας. Και στυλοβάτης της αυξημένης ιδιωτικής κατανάλωσης είναι η μεσαία τάξη, όπως μαρτυρούν η βελτίωση του δείκτη καταναλωτικής εμπιστοσύνης κατά 20 μονάδες μεταξύ 2016 και 2018, η όψιμη ετήσια αύξηση των ταξιδιωτικών πληρωμών κατά 8% το 10μηνο 2018 (έναντι -5% το 2017), η ετήσια αύξηση του όγκου λιανικών πωλήσεων κατά 2,1% και των Ι.Χ. οχημάτων κατά 26,8% το 9μηνο 2018, η ετήσια αύξηση της ιδιωτικής οικοδομικής δραστηριότητας κατά 15,7% στο 11μηνο 2018 και τέλος, η για πρώτη φορά ετήσια αύξηση στις τιμές των ακινήτων κατά 1,2% το 9μηνο 2018.

Διάβρωση αντί καταστροφής

Αναμφίβολα η κρίση έπληξε σοβαρά τη μεσαία τάξη στην οποία περιλαμβάνονται οι μικρομεσαίοι επιχειρηματίες (βιοτέχνες, έμποροι κ.ά.), οι ελεύθεροι επαγγελματίες και άλλοι αυτοαπασχολούμενοι, όπως και αρκετά υπαλληλικά στρώματα της δημόσιας και ιδιωτικής γραφειοκρατίας.

Η φτωχοποίηση σημαντικού μέρους της κοινωνίας που προκάλεσε η κρίση επόμενο ήταν να περιλάβει μεγάλο τμήμα και της μεσαίας τάξης αφού αυτή αποτελεί το 55-60% του πληθυσμού. Αλλο, όμως, είναι η μείωση των εισοδημάτων και του πλούτου ή η διάβρωση του μεγέθους μιας ούτως ή άλλως ετερογενούς τάξης, κι άλλο είναι η καταστροφή της.

Μείωση των εισοδημάτων, του πλούτου και της έκτασης της μεσαίας τάξης σημειώθηκε διεθνώς και στην Ευρώπη ειδικότερα ως αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης, της διόγκωσης της ανεργίας και των ελαστικών μορφών απασχόλησης, της απαξίωσης περιουσιακών στοιχείων, της μείωσης του μεγέθους του κράτους και της γενικότερης ανακατανομής του πλούτου υπέρ των κερδών και των προνομιούχων τάξεων.

Το φαινόμενο αυτό της σχετικής διάβρωσης της μεσαίας τάξης καταδεικνύουν τόσο ο Διεθνής Οργανισμός Εργασίας (ΔΟΕ) σε μελέτη του («Europe’s disappearing middle class? Evidence from the world of work», 2016) όσο και η πρόσφατη έρευνα της επίκουρης καθηγήτριας Πολιτικής Επιστήμης, Βάλιας Αρανίτου («Η μεσαία τάξη στην Ελλάδα την εποχή των μνημονίων», 2018).

Η τελευταία, μάλιστα, απενοχοποιεί την ελληνική μεσαία τάξη για όσα κακά (αποκλειστική ευθύνη φοροδιαφυγής, μη ανταγωνιστική, μη παραγωγική έως παρασιτική κ.λπ.) τής αποδίδει ο κυρίαρχος λόγος χρεώνοντάς της την κρίση και παραγνωρίζοντας την ουσιαστική συμβολή της στην ανάκαμψη της οικονομίας χάρη στην αντοχή και ευελιξία που επέδειξε.

Αποτίμηση

Αναμφίβολα η ζημιά που υπέστη η ελληνική μεσαία τάξη μέσα σε 5 χρόνια (2009-2014) ήταν πρωτοφανής, αφού το μέσο καθαρό εισόδημα μειώθηκε κατά 31,5% όταν για το ίδιο διάστημα στις άλλες προβληματικές χώρες του ευρωπαϊκού Νότου η χειρότερη επίδοση ήταν -16% (Κύπρος) και η καλύτερη 7,8% (Πορτογαλία).

Ωστόσο, την περίοδο που ακολούθησε (2014-2017), το μέσο καθαρό εισόδημα αυξήθηκε 4,3%, όσο περίπου και στην Κύπρο και κοντά στις θετικές επιδόσεις των άλλων χωρών (βλ. διάγραμμα).

Η διαφοροποίηση αυτή συνδέεται βεβαίως με την ανάκαμψη της οικονομίας και τις πολιτικές που τη στήριξαν παρά τους περιορισμούς του γ’ Μνημονίου. Πολιτικές που, εκτός της δημοσιονομικής εξυγίανσης, στήριξαν τα χαμηλά εισοδηματικά στρώματα με αναδιανομή εισοδήματος και τόνωσαν την επιχειρηματική δράση δημιουργώντας απασχόληση και περιορίζοντας τις ανισότητες.

Ειδικότερα, στο επιχειρηματικό επίπεδο την περίοδο 2008-2014 είχαμε μείωση του αριθμού των μικρομεσαίων επιχειρήσεων (ΜμΕ) κατά 165.000 ή κάμψη κατά 19%, με αντίστοιχη κάμψη της απασχόλησής τους κατά 20% και της προστιθέμενης αξίας τους κατά 33%.

Αντίθετα, την περίοδο 2014-2018 είχαμε αύξηση του αριθμού των ΜμΕ κατά 43.000 ή κατά 6,2% και αντίστοιχη αύξηση της απασχόλησης και της προστιθέμενης αξίας τους κατά 7,5% (Eurostat, SME Performance Review).

Τα στοιχεία που δίνει το ΓΕΜΗ για τις καθαρές συστάσεις νέων επιχειρήσεων είναι πιο μετριοπαθή αλλά στην ίδια κατεύθυνση: -1.644 την τριετία 2012-2014 αλλά +17.294 την τετραετία 2015-2018 (βλ. πίνακα 1).

Ακόμη, συγκρίνοντας την πρώτη περίοδο διακυβέρνησης Ν.Δ.-ΠΑΣΟΚ (β’ 3μηνο 2012 έως δ’ 3μηνο 2014) με τη δεύτερη διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛΛ. (δ’ 3μηνο 2015 έως γ’ 3μηνο 2018) προκύπτουν οι εξής αλλαγές στο κοινωνικό πεδίο της απασχόλησης και της ανεργίας:

Ως συνέπεια των παραπάνω βελτιώσεων στο μέτωπο της επιχειρηματικότητας και της εργασίας των τελευταίων ετών ο κίνδυνος φτώχειας μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις μειώθηκε από 22,1% το 2014 σε 20,2% το 2017 και οι δείκτες ανισοκατανομής εισοδήματος βελτιώθηκαν (μείωση S80/S20 από 6,5 σε 6,1 το ίδιο διάστημα και μείωση συντελεστή Gini από 34,5 σε 33,4, αντίστοιχα).

Μείωση ανισοτήτων = αύξηση μεσαίας τάξης

Σύμφωνα με τον ΔΟΕ, υπάρχει μια άμεση συσχέτιση μεταξύ της αύξησης των εισοδηματικών ανισοτήτων και της διάβρωσης των μεσαίων εισοδηματικά ομάδων και αντιστρόφως. Αυτό επιβεβαιώνει η ανάλυση της ελληνικής περίπτωσης.

Ο ΔΟΕ χωρίζει τη μεσαία τάξη στη χαμηλότερη, τον ενδιάμεσο πυρήνα και την ανώτερη εισοδηματικά με μερίδια συμμετοχής στο εθνικό εισόδημα που για την Ελλάδα κυμαίνονται αθροιστικά γύρω στο 69% την περίοδο 2004-2011 (η Αρανίτου την εκτιμά περίπου στο 60% ). Παράλληλα υπάρχουν η κατώτερη και η ανώτερη εισοδηματικά τάξεις.

Στην εξεταζόμενη περίοδο ο ΔΟΕ εκτιμά πως τα μερίδια των δύο τελευταίων όπως και της χαμηλότερης εισοδηματικά μεσαίας τάξης αυξάνονται σε βάρος των υπόλοιπων δύο τμημάτων της μεσαίας τάξης, ένδειξη ότι η διάβρωση της μεσαίας τάξης καταγράφεται ήδη από την αρχή της κρίσης. Ετσι, η Ελλάδα χαρακτηρίζεται από συνθήκες κοινωνικής πόλωσης και αύξησης των ανισοτήτων, τάση που όπως θα δούμε συνεχίζεται μέχρι το 2014 τουλάχιστον.

Για την περίοδο 2010-2017 (Eurostat) και εν μέσω της γενικής συρρίκνωσης των εισοδημάτων, το μερίδιο της μεσαίας τάξης στο εθνικό εισόδημα φαίνεται αντιθέτως να αυξάνεται τόσο σε επίπεδο τεταρτημορίων (κατανομή πληθυσμού σε 4 μέρη) όσο και πεντημορίων (κατανομή σε 5), με τα ενδιάμεσα μέρη να συναποτελούν τη μεσαία τάξη.

Συγκεκριμένα, μείωση μεριδίου κατά 0,6 ποσοστιαίες μονάδες (από 9,9% σε 9,3%) εμφανίζει το α’ τεταρτημόριο –αναλογεί στο φτωχότερο 25% του πληθυσμού– με τη μείωση κατά 0,9 π.μ. να σημειώνεται την περίοδο 2010-2014, ενώ το επόμενο διάστημα 2014-2017 το μερίδιο αυξάνει κατά 0,3 π.μ.

Συγχρόνως, οριακή αύξηση 0,1 π.μ. σημειώνει το μερίδιο του β’ τεταρτημορίου –αναλογεί στο φτωχό τμήμα της μεσαίας τάξης– αφού την πρώτη περίοδο υποχωρεί κατά 0,3 π.μ. για να αυξηθεί κατά 0,4 π.μ. την περίοδο 2014-2017.

Οσον αφορά το γ’ τεταρτημόριο –αφορά το πιο εύπορο τμήμα της μεσαίας τάξης– έχει αύξηση μεριδίου και τις δύο περιόδους (0,4 π.μ. συνολικά).

Τέλος, στάσιμο παραμένει το μερίδιο του δ’ τεταρτημορίου –αφορά την ανώτερη εισοδηματικά τάξη– αφού τη μεγάλη αύξηση (1,1 π.μ.) της πρώτης περιόδου αντισταθμίζει η ισόποση μείωση της δεύτερης (βλ. διάγραμμα).

Με άλλα λόγια, εν μέσω οικονομικής κρίσης η μεσαία τάξη δείχνει να τα πήγε καλύτερα από τις άλλες δύο τάξεις γιατί, μεταξύ άλλων, τη μεγάλη πόλωση της περιόδου διακυβέρνησης Ν.Δ.-ΠΑΣΟΚ εξισορρόπησε με αναδιανεμητικές πολιτικές η περίοδος διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛΛ. Πολιτικές που τώρα εντείνονται με την επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων, την κατάργηση του υποκατώτατου μισθού, την αύξηση του κατώτατου μισθού, τη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών των ελεύθερων επαγγελματιών κ.ά.

Υπάρχει, βεβαίως, η ένσταση της αύξησης της φορολογίας επί ΣΥΡΙΖΑ που ανατρέπει εν μέρει τις εισοδηματικές αυτές μεταβολές. Πράγματι, η φορολογία είναι πολύ υψηλή και η κυβέρνηση έχει ήδη δρομολογήσει τη σταδιακή μείωσή της αναλόγως της προόδου που σημειώνεται στον δημοσιονομικό χώρο.

Ομως η Ελλάδα δεν είναι πρωταθλήτρια των φόρων, όπως λέγεται. Σύμφωνα, δε, με τελευταίες εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το άθροισμα φόρων και ασφαλιστικών εισφορών της γενικής κυβέρνησης ως ποσοστό του ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 6,3 π.μ. το διάστημα 2009-2014, έναντι μόλις 2,1 π.μ. την περίοδο 2014-2018 και σήμερα βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο (41%) με τον μέσο όρο της ευρωζώνης (βλ. General Government Data, Autumn 2018, EC).

Η ανάγκη πολιτικών στήριξης

Ο ΔΟΕ εκτιμά πως τα τελευταία χρόνια έχει αναπτυχθεί ένας φαύλος κύκλος διεθνώς: η κρίση αύξησε τις ανισότητες εξασθενίζοντας τη μεσαία τάξη, η οποία με τη σειρά της μείωσε την ενεργό ζήτηση, με συνέπεια την εμβάθυνση και παράταση της στασιμότητας ή της αναιμικής ανάπτυξης.

Από την πλευρά του το ΔΝΤ (όπως και ο ΟΟΣΑ) έχει επίσης απορρίψει τις κυρίαρχες θεωρίες ότι οι προσπάθειες αναδιανομής των εισοδημάτων είναι αυτοκαταστροφικές και έχει δηλώσει ότι οι χώρες με υψηλά επίπεδα ανισότητας υπέστησαν χαμηλότερη ανάπτυξη από ό,τι τα έθνη που κατανέμουν τα εισοδήματα πιο ομοιόμορφα γιατί οι μεγάλες ανισότητες προκαλούν αστάθεια που μπορεί να οδηγήσει σε μια ξαφνική επιβράδυνση της αύξησης του ΑΕΠ.

Συνεπώς, οι πολιτικές αναδιανομής των εισοδημάτων δεν αποθαρρύνουν την επιχειρηματικότητα, ούτε μειώνουν τα κίνητρα για εργασία (βλ. ενστάσεις ΣΕΒ). Αντιθέτως, είναι παραγωγικές γιατί διαχέουν τα οφέλη της ανάπτυξης σε ευρύτερα στρώματα του πληθυσμού (inclusive growth), μειώνοντας τις ανισότητες, ενισχύοντας τη μεσαία τάξη και στηρίζοντας την εγχώρια ζήτηση σε μια περίοδο επιβράδυνσης της παγκόσμιας οικονομίας και της ζήτησης για εξαγωγές.

Τέτοιες πολιτικές είναι, σύμφωνα με τον ΔΟΕ, η αύξηση της συμμετοχής στην αγορά εργασίας μέσω προγραμμάτων επαγγελματικής κατάρτισης, αναβάθμισης δεξιοτήτων και βραχυχρόνιας απασχόλησης για τη μείωση της ανεργίας νέων ή και ηλικιωμένων, η αύξηση του κατώτατου μισθού και η επέκταση των συλλογικών διαπραγματεύσεων, μια αποτελεσματική στη μείωση των ανισοτήτων φορολογική πολιτική, η ενίσχυση της εκπαίδευσης και της ποιότητας των δημόσιων υπηρεσιών και άλλα

efsyn

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *