Facebooktwitterlinkedinmail

Μου αρέσουν τα παλιά βιβλία. Λατρεύω τη μυρουδιά τους, το κίτρινο χρώμα τους, τη σκόνη τους και τα τσακίσματά τους. Μα πιο πολύ τα τσιτάτα τους τα υπογραμμισμένα. Όσο τα διαβάζω φτιάχνω και μια ιστορία για τα χέρια που τα κράτησαν, για τα μάτια που τα χάιδεψαν, για το μολυβάκι που τα σημάδεψε. Φαντάσου… μια ολόκληρη ιστορία!!! Η σχέση μου με τα βιβλία είναι καθαρά ερωτική. Με τα παλιά όμως γίνεται σχέση απόλυτου πάθους. Γι’ αυτό και τα χαϊδεύω, τα μυρίζομαι, τα αγκαλιάζω σαν κάτι ζωντανό. Κι αν τα άλλα με συντροφεύουν μιλώντας μου, ετούτα με χαϊδεύουν και μου ιστορούν όχι μόνο την ιστορία που γράφτηκε στις σελίδες τους μα και την άλλη, την πιο ουσιαστική, για εκείνον που πρώτος τα ερωτεύτηκε.

Μπήκα, σήμερα, δεύτερη μέρα του Αυγούστου, πρωί – πρωί σε παλαιοβιβλιοπωλείο. Ήθελα να αγοράσω πολλά και να που κάποτε έχω κι εγώ ανάγκη από χρήματα κι όταν τα θέλω δεν υπάρχουν. Διάλεξα μια παλιά έκδοση των σονέτων του Shakespeare, πάντα ήθελα να τα διαβάσω από το πρωτότυπο, πόσο μάλλον από ένα μεταχειρισμένο πρωτότυπο και γύρισα στο δωματιάκι μου σίγουρη πως θα σκάρωνα πάλι μια ιστορία. Στο εσώφυλλο του βιβλίου ένα όνομα: Arabelle… το προφέρω δυνατά με προφορά γαλλική κι ύστερα τη φωνάζω ψιθυριστά στα ελληνικά: Αραμπέλα… το μυαλό μου έχει κολλήσει σε εκείνο το αρα- του ονόματός της γιατί θυμήθηκα πως έτσι λεγόταν στα αρχαία ελληνικά η κατάρα. Ποια κατάρα σε κυνηγάει Arabelle; Εκείνο το belle, που στα γαλλικά σημαίνει όμορφη, τι θέλει μέσα στο όνομά σου; Και τι είναι αυτό που σε βασάνισε για να φτάσεις στα χέρια μου; Ποια μοίρα κοινή μας συνδέει; Το μυαλό μου αρχίζει να υφαίνει την ιστορία της μα νιώθω αδύναμη να τη συνθέσω. Φυλλομετρώ τις σελίδες του βιβλίου που κάποτε χάιδευαν τα χέρια της ψάχνοντας να σχηματίσω τις στιγμές, να «διαβάσω» τα γεγονότα. Στη σελίδα 23 έγραψες: Je suis resté là à attendre votre retour à la maison qui a été rempli avec douleur (έμεινα εδώ να περιμένω την επιστροφή σου στο σπίτι που γέμισε θλίψη). Και στη σελίδα 37 συμπλήρωσες: mais je sais que tu ne reviendras jamais (μα ξέρω πως δε θα γυρίσεις ποτέ). Συννέφιασαν τα μάτια μου στη δική σου θλίψη, γλυκιά μου Arabelle. Νιώθω πια την αρά που μας συνδέει. Η προσμονή ίδια βιώνεται κι ας είναι για σένα ο γυρισμός που ματαιώθηκε. Κι ας μην είναι για μένα γυρισμός γιατί δεν υπήρξε συνάντηση. Συναντιούνται οι άνθρωποι στον πόνο και στη δυστυχία. Ίδιο το δάκρυ, ίδια κι η λαχτάρα.

Δε θα φτιάξω καμιά ιστορία απόψε. Καμιά φαντασία δε παραβγαίνει τη γραμμένη στις σελίδες του βιβλίου πραγματικότητα.

Let me not to the marriage of true minds

Admit impediments. Love is not love

Which alters when it alteration finds,

Or bends with the remover to remove…

Πέρασα σελίδες για να φτάσω στο Sonnet 116. Δεν είναι αγάπη αυτή…και nor no man ever loved. Δεν ξέρω τι απέγινε η Αραμπέλα. Ούτε η φαντασία μου θα μου πει. Απόψε μόνο συναντηθήκαμε διαβάζοντας του Shakespeare τα «σονέτα» και κουβεντιάσαμε τη θλίψη που είναι κοινή συντρόφισσα και των δυο μας. Τόσο μακριά μα και τόσο κοντά η μια στην άλλη. Μα η Arabelle στάθηκε τυχερή. Έζησε την παρουσία, ελπίζει στο γυρισμό. Τι γίνεται όμως όταν δεν υπήρξε ποτέ παρουσία κι ούτε ελπίδα για γυρισμό;

Λατρεύω τα παλιά βιβλία που έχουν τη δική τους ιστορία. Ίσως, κάποιο από αυτά να γράφει και τη δική μου

Νικολέτα Ανδριανή