…κάθε ομοιότητα ανήκει στο αστερισμό του τυχαίου και του φανταστικού.-

Δεν θυμάμαι πόσα χρόνια έχω να ζήσω ξέγνοιαστα έστω και για μία μέρα. Δεν είναι μόνο τα προσωπικά, δικά μου άγχη, που και καλά μπορώ να κουλαντρίσω, ούτε η μαυρισμένη, απαισιόδοξη ψυχή. Είναι οι άλλοι. Αυτοί που με περιμένουν στην γωνία κάθε πρωί για να με κάνουν να νιώσω απόγνωση ή ακόμη και να αισθανθώ στην καλύτερη άβολα που χαμογελώ.

Θέλω μια μέρα να ξυπνήσω σε αυτή εδώ την χώρα (δεν ονειρεύτηκα ποτέ να να φύγω και εκνευρίζομαι που με έκαναν να αισθάνομαι μ@λ@κ@ς που δν το σκέφτηκα νωρίτερα) και να νιώσω λεύθερος. Να μην έχω για μια  μέρα αυτή την αόρατη θηλιά στον λαιμό και αυτό το ασήκωτο βάρος στο στήθος μου. Να δω την χώρα αλλιώς όπως την αισθάνομαι μέσα μου. Παντού πλανάται μία καθημερινή μόνιμη και νόμιμη τρομοκρατία από όλες τις πλευρές. Δεν κρύβει μπόμπες σε κατσαρόλες, δεν στέλνει προκηρύξεις, δεν απειλεί την ζωή σου. Δεν θα σου κάνει κανένα άμεσο κακό, αλλά εσύ το ξέρεις από το πρωί που ξυπνάς, ότι κάποιος σήμερα θα κάνει «το θαύμα του» και θα σου στερήσει την ευτυχία του 24ωρου (ένας φίλος μου λέει: …αρκεί ένας μ@λ@κ@ς να σου χαλάσει όλη την μέρα και από τέτοιους στην Ελλάδα μιλιούνια ).  Δεν προσδιορίζεται σε πρόσωπα αυτός ο τρόμος αλλά σε πράξεις που δυστυχώς απεικονίζονται ξεκάθαρα τα πρόσωπα. Κράτος παράδοξων και αναπάντεχων αναρχικών η Ελλάδα, αυτό νιώθω, ότι ζω μια αναρχία του κώλου.

Ο καθένας κάνει αυτό που του γουστάρει, αυτό που είναι εύκολο και βολικό στα δικά του μέτρα αδιαφορώντας για το γενικό πρέπει. Μάθαμε δήθεν και κάνουμε την «επανάσταση του πρέπει» στα λόγια μόνο, με ύφος σαράντα καρδιναλίων και όλο ειρωνεία «τι θα πει πρέπει»; «Το έτσι θέλω» και το «είμαι νόμιμος» είναι οι συχνές φράσεις που ακούς σε αυτή την απίστευτη αναρχία του κώλου.

Δε μπορείς να αντιδράσεις, δε μπορείς να θέσεις τα δικά σου επιχειρήματα γιατί ναι, αυτό που κάνει είναι νόμιμο, και σε ελεύθερη χώρα ζει για να το κάνει άρα καλώς το κάνει. Διότι δεν μπορείς εσύ να του απαγορέψεις να ξεριζώσει τα δέντρα από την αυλή του, ούτε να μην γκρεμίσει το πέτρινο πατρικό του, σπάνιας αρχιτεκτονικής. Δεν έχεις κανένα δικαίωμα να πεις στον εργοστασιάρχη ότι η επιχείρησή του είναι στα όρια προστατευόμενης περιοχής διότι είναι δική του γη. Ούτε μπορείς να επιπλήξεις τη μάνα που ξεφτιλίζει με ανείπωτες λέξεις το παιδί καταμεσής του δρόμου, σε κατάσταση υστερίας, γιατί είναι δικό της το παιδί. Ούτε το μαλάκα απέναντι που τραβολογά το σκυλί από το λαιμό με βία γιατί είναι δικό του το σκυλί. Ούτε τον δήμαρχο για το τσιμεντάρισμα της παιδικής χαράς, γιατί είναι δικιά του η αλάνα και γιατί είναι και εξουσία. Ούτε τον ανάγωγο δικηγορίσκο που προσβάλει τη μνήμη ενός παιδιού ή του θύματος ενός βιασμού γιατί είναι η δική του υπεράσπιση του κατηγορουμένου οποιασδήποτε προέλευσης. Ούτε το διορισμένου «εκπαιδευτικό» που κάνει ιδιαίτερα γιατί είναι δικοί του οι μαθητές. Ούτε τον κάθε επαγγελματία που χρεώνει ότι του κατέβει και χωρίς απόδειξη μάλιστα γιατί είναι δική του η δουλειά και ο κόπος. Ούτε τον κάθε ιδιώτη που κάνει την δουλειά και πληρώνει κατά το δοκούν παρά την όποια συμφωνία χωρίς κανένα ενδοιασμό όποτε και όσο θέλει μπορεί και καθόλου γιατί του έγινε η δουλειά και γιατί είναι δικά του τα λεφτά.

Και η λίστα συνεχίζεται καθημερινά σε απίστευτους χώρους από άγνωστους ανθρώπους με τις κτητικές αντωνυμίες τους στο τρίτο πρόσωπο ενικού αριθμού.

Βρόγχος, φόβος και τρόμος σε όλο τους το μεγαλείο, από το πρωί, γιατί το ξέρεις και περιμένεις ακόμα και από το πουθενά ότι ο αόρατος εχθρός θα ξεφυτρώσει και δε θα μπορείς να τον αποφύγεις πόσο μάλλον να τον σταματήσεις. Φταίει το μυαλό ή ίσως πάλι η ψυχή.

«Φταίει το ζαβό το ριζικό μας! φταίει ο Θεός που μας μισεί! Φταίει το κεφάλι το κακό μας!  Φταίει πρώτα απ’ όλα το κρασί! (Κ. Βάρναλης)».

Η χώρα που αγάπησα κι ας μην κατέβηκα σε συλλαλητήρια δήθεν υπεράσπισής, κι ας μην έβγαλα ποτέ μου σημαία στο μπαλκόνι όμως δεν την απαξίωσα, δεν έκανα τίποτα εις βάρος της, δεν την προέβαλα. Η χώρα μου εδώ και χρόνια παραπαίει, καθημερινά φθίνει από αρχόντισσα κατέληξε ξεπεσμένη πόρνη. Ο καθένας την κάνει ό,τι θέλει, με πρώτο και καλύτερο αυτούς που την διοικούν θεωρώντας ότι για όσο «περνάει» ο λόγος τους θα κάνουν τα γούστα τους γιατί όσο είναι στην εξουσία η χώρα είναι δική ΤΟΥΣ, τρίτο πρόσωπο πληθυντικού αριθμού… εξελιχθήκαμε.

Και καταλήγουμε τελικά στην χώρα μου, στην χώρα σου και στην χώρα τους, ποια απ’ όλες να αγαπήσω, ποια να υπερασπιστώ για ποια να πεθάνω. Κάθε ομοιότητα ανήκει στον αστερισμό του φανταστικού και του τυχαίου.-

Θόδωρος Η. Ψαλλίδας

Δορυς/Doris

Κατερίνη 9-7-2018

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *