Ο Στέλιος Καζαντζίδης γεννήθηκε το 1931 και «έφυγε» από τη ζωή στις 14 Σεπτεμβρίου του 2001.
Με τα τραγούδια του έχει μεγαλώσει γενιές και γενιές ενώ αποτέλεσε σύμβολο για τους απλούς λαϊκούς ανθρώπους ιδιαίτερα από τη δεκαετία του 50 έως τη δεκαετία του 90. Ήταν ο κύριος εκφραστής του πόνου της φτωχολογιάς και της μετανάστευσης , των πιο τραγικών ιστοριών, της αδικίας, αλλά και του λαϊκού φιλότιμου, της λεβεντιάς.
Με τη μοναδική υφή της φωνής του κατάφερε να εκφράσει τις αγωνίες , τους φόβους, αλλά και τις ελπίδες μιας ολόκληρης γενιάς ανθρώπων, για τους οποίους η επιβίωση δεν ήταν και τόσο αυτονόητη . Οικονομικά και κοινωνικά αποκλεισμένοι, πρόσφυγες, εργάτες, όλοι αγωνιστές της καθημερινότητας αναζητούσαν στα τραγούδια του παρηγοριά για τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν καθημερινά . Και το κοινό του, βέβαια, δεν σταματούσε μόνο σε αυτούς.
Ο έφηβος Καζαντζίδης αναγκάζεται να κάνει πολλές δουλειές για να βγάλει το μεροκάματο . Δουλεύει σε εργοστάσια, υφαντουργεία, πουλάει τσιγάρα και κρύο νερό σε κεντρικά σημεία της πρωτεύουσας . Ο πρώτος άνθρωπος που εκτίμησε την φωνή του ήταν κάποιο αφεντικό του , που καθώς τον άκουσε την ώρα της δουλειάς του χάρισε μια κιθάρα . Δάσκαλος του Καζαντζίδη υπήρξε ο Στέλιος Χρυσίνης, ένας τυφλός συνθέτης

Στα 1952, ο Καζαντζίδης κάνει το δισκογραφικό ντεμπούτο του με ένα τραγούδι του Απόστολου Καλδάρα . Το τραγούδι αυτό έφερε τον τίτλο «Για μπάνιο πάω». Ήταν ένα τραγούδι γραμμένο για τον καύσωνα που επικρατούσε εκείνο το καλοκαίρι στην πρωτεύουσα . Ο δίσκος δεν πούλησε γιατί μιμήθηκε τη φωνή του Πρόδρομου Τσαουσάκη και η καριέρα του Στέλιου Καζαντζίδη θα έσβηνε πριν καλά καλά αρχίσει . Αυτός που αντιλήφθηκε τις δυνατότητες της φωνής του Καζαντζίδη ήταν ο συνθέτης Γιάννης Παπαϊωάννου . Το τραγούδι του Οι βαλίτσες γίνεται μεγάλη επιτυχία και το φαινόμενο Καζαντζίδης αρχίζει να παίρνει σάρκα και οστά . Τον Οκτώβρη του 1965, Καζαντζίδης, Μαρινέλλα και ο Μανώλης Αγγελόπουλος προετοιμάζουν συναυλίες, που τελικά δε θα πραγματοποιηθούν, αφού λίγους μήνες αργότερα ο Καζαντζίδης πήρε τη μεγάλη απόφαση να σταματήσει τις ζωντανές εμφανίσεις σε κέντρα. Αιτία είναι η αποστροφή του για την κατάσταση που επικρατούσε στα νυχτερινά κέντρα . Χαρακτηριστικά, η Μαρινέλλα, είχε αναφέρει πως μόνον στο μαγαζί που ο Καζαντζίδης δούλευε , απαγορευόταν (από τον ίδιο φυσικά) οι τραγουδίστριες να κάθονται στα τραπέζια των εύρωστων οικονομικά πελατών . Η αποχώρηση του Καζαντζίδη από το πάλκο, «… αποτελεί την πιο δραματική μορφή σιωπηλής διαμαρτυρίας απέναντι σε ένα αμείλικτο σύστημα διαπλοκής από νεόπλουτους θαμώνες , αφεντικά της δισκογραφίας και μπράβους της νύχτας …». Ο Καζαντζίδης με τη Μαρινέλλα και τον ποδοσφαιριστή Μίμη Παπαϊωάννου φτάνουν στη γερμανία για συναυλίες. Η υποδοχή που τους επιφυλάσσουν οι ομογενείς είναι συγκινητική . Εξάλλου ο Καζαντζίδης θεωρείται από τους περισσότερους Έλληνες ως ο τραγουδιστής της ξενιτειάς . Στα 1969 αποφασίζει να αποσυρθεί για περίπου 2 χρόνια από την δισκογραφία. Τότε είναι που κάνει και την προσπάθεια να δημιουργήσει τη δική του εταιρεία , την «Στάνταρ» αλλά τα κατεστημένα συμφέροντα και η λογοκρισία στα χρόνια της Χούντας δεν τον αφήνουν . Την ίδια μοίρα είχαν και οι όποιες άλλες επιχειρηματικές κινήσεις , όπως το ούζο «Υπάρχω» που κυκλοφόρησε αργότερα κτλ. Στα τέλη του 1975 έρχεται ο δίσκος «Υπάρχω». Ο Καζαντζίδης έχει ερμηνεύσει έξοχα και δημοτικά τραγούδια σ ‘έναν ομώνυμο δίσκο. Επιστρέφει κατακεκλιμένα ’87 με το δίσκο (τον τελευταίο στη MINOS) «Ο δρόμος της επιστροφής». Ακολουθεί ο δίσκος «Ελεύθερος» στην Πόλυγκραμ. Οι δίσκοι του γίνονται χρυσοί και πλατινένιοι κάνοντας ρεκόρ πωλήσεων

Ο Καζαντζίδης συνεχίζει ν ‘απέχει από τη νύχτα επικοινωνώντας μόνο μέσω των δίσκων του με το κοινό . Τη δεκαετία του ’90 οι δυο πιο αξιόλογοι δίσκοι του είναι το «αφιέρωμα» το 1996 και το «Τραγουδώ» το 1999. Στο δίσκο «Αφιέρωμα» ο Καζαντζίδης τραγουδά πιο δυνατά από ποτέ εκπλήσσοντας τους μουσικούς στο στούντιο , ερμηνεύοντας τραγούδια όπως «Της γερακίνας γιός» και «Σε διώξαν απ’την Κοκκινιά». Τελευταίο τραγούδι που ερμηνεύει λίγους μήνες πριν εισαχθεί στο Ιατρικό Κέντρο Αθηνών (με καρκινώματα στον εγκέφαλο) είναι το «Έρχονται χρόνια δύσκολα» και το δίσκο αυτό, που ήταν και το κύκνειο άσμα του καλλιτέχνη, τον προλογίζει απευθύνοντας χαιρετισμό στους θαυμαστές του. Πεθαίνει κατακεκλιμένα 2001 η φωνή του όμως θα ζει, ίσως για όσο υπάρχουν Έλληνες στο μάταιο τούτο κόσμο

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *