«Ελα τώρα να χωρέσουμε μια ζωή σε μια συνέντευξη» – πρώτος πόντος. «Ελπίζω να μη σε ενοχλεί που δεν καπνίζω» – δεύτερος πόντος. «Ελπίζω να μπορέσουμε να συνεννοηθούμε σε καλά ελληνικά. Αλλιώς να φέρω το λεξικό του Μπάμπη Νιώτη!» – τρίτος πόντος. Αλλά το ρουά ματ έγινε αμέσως μετά την ατάκα: «Σιγά μη σου πω το πραγματικό μου όνομα».

Λέγεται Τζώνυ Βαβούρας. Ενώ συνήθως ο ιδρυτής μιας μπάντας δίνει σε αυτήν το όνομά του, στην περίπτωση του Τζώνυ έγινε το αντίθετο: «Παίζαμε και ήρθε ο Κώστας Χαριτοδιπλωμένος και μας άκουσε. Ηταν Σεπτέμβριος του 1976. “Καλοί είστε”, μας είπε, “αλλά κάνετε πολλή βαβούρα”. Και τότε “βαφτίστηκαν” οι Vavoura Band» μας εξηγεί. Πρόκειται για το μακροβιότερο συγκρότημα στην ελληνική ροκ σκηνή (φέτος κλείνουν τα 43 τους χρόνια) και ήταν το πρώτο γκρουπ που διέθετε ιδιόκτητο ηχοσύστημα στην Ελλάδα. Οχι τυχαίο. Λόγω Τζώνυ φυσικά. Εξάλλου, λόγω Τζώνυ γίνονται όλα…

Ο ίδιος ήταν και είναι frontman. Τραγουδάει, μιλάει, προκαλεί. Λατρεύει τις Χάρλεϊ, τα παλιά Ντεσεβό (ένα τέτοιο οδηγεί) και τα βινίλια. Περπατάει πολύ (ποτέ δεν γυρίζει από τον ίδιο δρόμο) και παρατηρεί πολλά.

Είναι πατέρας, λατρεύει τον γιο του, όπως λάτρευε και τον μετανάστη, διανοούμενο και εργάτη πατέρα και τη νεαρή μητέρα του. Ηταν παραγωγός, έζησε στην Αμερική («γεννήθηκα την ίδια χρονιά με το ροκ, το ’55», λέει με περηφάνια), επέστρεψε στην Ελλάδα, έζησε τα μετεμφυλιακά χρόνια, ξαναπήγε στις ΗΠΑ για σπουδές, τις σιχάθηκε (τις ΗΠΑ, όχι τις σπουδές) και επέστρεψε για να δημιουργήσει σε μια μεταχουντική Ελλάδα.

Εξαιτίας των οργανωτικών και επικοινωνιακών του ταλέντων, της άπταιστης γνώσης της αγγλικής γλώσσας, αλλά και των σπουδαίων γνώσεων περί ηχοληψίας και μουσικής, γνώριζε και συνεργάστηκε με δεκάδες διάσημους μουσικούς: από τον Μάικλ Λανγκ, τον διοργανωτή του Woodstock, μέχρι τους Deep Purple, Ιαν Γκίλαν, Τζο Κόκερ, Κιθ Τζάρετ, Τσικ Κορία, Ερικ Κλάπτον, Τζέιμς Μπράουν, Μότορχεαντ, Αϊρον Μέιντεν, Λέοναρντ Κοέν αλλά και τους δικούς μας Θεοδωράκη, Φαραντούρη κ.ά.

Πλέον παίζει με τις δύο μπάντες του (Vavoura Band και Cadillacs) σε χώρους που τον εμπνέουν. Δηλώνει αισιόδοξος, είναι καυστικός, ίσως και αυστηρός, δεν έχει πάρει ποτέ του ουσίες και μεταδίδει, πάντα με χιούμορ, μια απίστευτη σοβαρότητα.

Μάριος Βαλασόπουλος

● Ποιο είναι το πραγματικό σου όνομα;

Σιγά μη σ’ το πω… Αν με προσλάβεις και χρειάζεσαι φορολογικά στοιχεία, θα το μάθεις.

● Ως τι θέλεις να σε προσλάβω; Τι θέλεις να γίνεις όταν μεγαλώσεις;

Να παραμείνω μικρός. Να αποκτήσω γνώσεις, να μη χάσω την παιδικότητά, τον αυθορμητισμό μου, την καλή μου ενέργεια και την όρεξή μου για ζωή.

● Είσαι μοναχογιός;

Ναι. Γεννήθηκα στο Ντόβερ του Οχάιο, στην Αμερική. Μέναμε σε μια κωμόπολη στη Νέα Φιλαδέλφεια, ο πατέρας μου είχε ένα εστιατόριο καθότι Ελλην μετανάστης (έφυγε 14 χρόνων από το χωριό για να συντηρήσει τη μάνα του και τις 4 αδερφές του). Υπήρχε ένα τζουκ μποξ στο μαγαζί – εκεί μεγάλωσα, δίπλα του -γι’ αυτό και όταν αργότερα έφτιαξα στην Ελλάδα τους Cadillacs, όλα μού έρχονταν έτοιμα, ήταν μουσικές φυτεμένες μέσα μου.

Εμεινα ώς τα 7 μου, γυρίσαμε οικογενειακώς στην Ελλάδα, πήγα στο Αμερικανικό Κολλέγιο και ξαναπήγα στην Αμερική στα 17 μου για σπουδές Business Administration και Marketing. Εν τέλει σπούδασα γκομενο-logy (!) και γύρισα για τα καλά τέλη του ’75.

● Δεν έζησες το αμερικανικό όνειρο;

Ο πατέρας μου ναι, εγώ όχι. Αν κάτι καλό κράτησα από την Αμερική, ήταν το πώς να δουλεύω ως ομάδα -κάτι που δεν ξέρουμε στην Ελλάδα των «προέδρων»! Κατά τ’ άλλα, είδα την αμερικάνικη ξεφτίλα, ειδικά όταν πήγα για σπουδές. Τότε είδα κάτι που δεν είχε καμία σχέση με αυτό που έζησε και μου περιέγραφε ο πατέρας μου. Είδα παρακμή, υπερσυντηρητισμό, ρατσισμό, βία, ναρκωτικά, αμορφωσιά.

Στη δεκαετία του ’60 ήταν η «εποχή των λουλουδιών» με πολύ μεγάλη ανάπτυξη στη μουσική, στο ντύσιμο, στα αυτοκίνητα, στις ωραίες ταινίες. Αυτό εξελίχθηκε στα ποπ σίξτις, πήγε προς το ροκ, έπεσαν πολλά ναρκωτικά από τις κυβερνήσεις και το κίνημα διαλύθηκε.

Οταν επέστρεψα το ’72, το πανεπιστήμιο ήταν στην κατιούσα, πολλά ναρκωτικά, αλκοόλ από το πρωί μέχρι το βράδυ, ένα χάος: οι αθλητικοί τύποι από τη μια, τα φρικιά από την άλλη. Εγώ δεν μπορούσα να προσαρμοστώ, δεν ήταν αυτός ο τρόπος ζωής μου. Είμαι τόσα χρόνια μέσα στον χώρο, αλλά δεν χρειάστηκε ποτέ να πάρω ουσίες, δεν μου πάει.

Ολοι με ρωτάνε «τι πίνεις;». Είμαι «χαΐστας» από μόνος μου, πίνω την ενέργεια της φύσης, από τον ήλιο και τη θάλασσα της Ελλάδας, από τον κόσμο.

● Σε ακούω αισιόδοξο και ανησυχώ…

Είμαι αισιόδοξος. Ισως γιατί γνώρισα μια Ελλάδα, όπου υπήρχε ακόμα το ελληνικό φιλότιμο. Το έζησα μικρός και το εμπέδωσα. Αυτό έχει εκλείψει. Επέστρεψα το ’75, μόλις έχασα τον πατέρα μου, δεν ολοκλήρωσα τις σπουδές μου, δεν μου άρεσε, το έκανα για χατίρι του πατέρα μου. Και νομίζω καλά έκανα, γιατί αναμείχθηκα με τα καλλιτεχνικά, έκανα αυτό που μου ταίριαζε.

Είχα ξεκινήσει από μικρός αυτοδίδακτος στην κιθάρα, έφτιαχνα ηλεκτρονικά και σταθμούς, στα δεκαπέντε μου έγινα φίρμα με τον πειρατικό σταθμό στην Αγ. Παρασκευή, με δύο πικ απ, εκφωνήτριες, διαγωνισμούς, τηλέφωνα.

Γύρισα στην Ελλάδα και μπήκα σε μια εταιρεία στην Ανάβυσσο, που έπαιρνε τόνους φιλμ και ακτινογραφιών, τα έλιωνε και έβγαζε ασήμι. Εβγαζε 12 κιλά ασήμι στον τόνο! Στη συνέχεια το ’76 βρέθηκα σε ένα μαγαζί στο Μοναστηράκι, όπου την επόμενη χρονιά έγινα συνεταίρος. Στο μεταξύ είχα φτιάξει τους Vavoura Band και συνέχισα με τη μουσική. Το ’80 βγάλαμε τον πρώτο μας δίσκο, σε ανεξάρτητη παραγωγή της Happening του ικανότατου Δημήτρη Κερασιώτη που μας εμπιστεύτηκε.

Η Vavoura Band συνεχίζει και δέκα χρόνια αργότερα προέκυψαν και οι Cadillacs -σχεδόν εξ ανάγκης. Ηταν να έρθει ο Τσακ Μπέρι σε παραγωγή της Half Note και ανακάλυψα ότι το συμβόλαιό του ήταν να παίξει μόνο για μία ώρα. Οπότε για να σώσω την κατάσταση μάζεψα άλλους τρεις μουσικούς, κάναμε πρόβα επτά τραγούδια και λίγες μέρες μετά βγήκαμε μπροστά σε έξι χιλιάδες κόσμο, πριν τον Τσακ Μπέρι.

Οι Cadillacs άρεσαν και έτσι καθιερώθηκαν. Αργότερα έγραψα μουσική για ταινίες, έπαιξα σε ταινίες – από τον Νίκο Ζερβό μέχρι τον Σλέντορφ με τον Σαμ Σέπαρντ… Κι όμως με θυμούνται από ένα πέρασμα που έκανα στο «Κωνσταντίνου και Ελένης»! Πώς το εξηγείς αυτό;

● Ισως γιατί παίζεται συνέχεια. Αλλά και τις συνεργασίες σου με Πανούση, Μπουλά και Ζουγανέλη ξέρουμε.

Ο Τζίμης ξεκίνησε δίπλα στους Vavoura Band και συνέχισε με τις Μουσικές Ταξιαρχίες. Με τον Σάκη Μπουλά είχαμε πολλά κοινά σημεία, οπότε και περισσότερη επαφή.

Μαζί και με τον Ζουγανέλη κάναμε την εκπομπή «Κουφώματα» στην ΕΡΤ2, πολύ μπροστά από την εποχή της και πριν από την ιδιωτική τηλεόραση. Αργότερα ο Ζουγανέλης έκανε το «Απίστευτα κι όμως ελληνικά», που ήταν όλη η ομάδα, εκτός από μένα και τον Ζερβό. Αυτά είναι γεγονότα που δεν μπορεί να τα αμφισβητήσει κανένας. Δεν το λέω με κακία ή με πικρία, απλά το λέω.

Μάριος Βαλασόπουλος

● Θεωρείσαι καλτ… Είσαι;

Είμαι. Ενας καλτ αισιόδοξος. Ισως γιατί η ελπίδα πεθαίνει πάντα τελευταία -γι’ αυτό και είναι το χειρότερο όνομα για πεθερά! Αλλά αν δεν ελπίζεις δεν ζεις. Εχω όνειρα να κάνω το συγκρότημά μου καλύτερο, να ομορφύνω το σπίτι μου, να το κάνω όπως θ’ αρέσει και στον γιο μου, για να βρει και αυτός κάτι, να έχει μια ασφάλεια και να μπορέσει να προχωρήσει, όπως βρήκα και εγώ από τους γονείς μου που δούλεψαν σκληρά για να φέρουν λεφτά στην Ελλάδα. Θυμάμαι τη χώρα στη δεκαετία του ’60, τις εκλογές βίας και νοθείας του ’61, τον Παπανδρέου απέναντι στον Καραμανλή. Και μάντεψε! Ακούω τα ίδια ονόματα 60 χρόνια αργότερα! Καλά, δεν υπάρχει κάτι άλλο στην πολιτική; Θέλω να πιστεύω ότι θα γίνει κάτι, αλλά η πολιτική είναι παιχνίδι ισορροπιών και αυτό δεν σε αφήνει να πας μπροστά.

● Αρα, ασχολείσαι με την πολιτική…

Είχα ασχοληθεί παλαιότερα για ελάχιστα στην Αυτοδιοίκηση. Αλλά πώς να προχωρήσει αυτός ο πανέμορφος τόπος όταν συνεχώς έχουμε μία από τα ίδια; Σιχαίνομαι τους πολιτικούς. Είναι οι ίδιοι που ανακυκλώνονται. Χρειάζονται νέα πρόσωπα, ριζική και κάθετη αλλαγή σε όλο το πολιτικό σκηνικό – να μπουν άνθρωποι που μπορείς να τους εμπιστευτείς. Μιλάω με τη νέα γενιά.

● Αυτή η νέα γενιά που λες, έχει τα φόντα να ανταποκριθεί σε κάτι τέτοιο;

Για να πούμε την αλήθεια, όχι, δεν τα έχει. Είναι η γενιά των αντιχείρων – έτσι την αποκαλώ. Σκέφτεται και παίζει με τους αντίχειρες πάνω σε ένα κινητό. Είναι η γενιά που πάει σε συναυλίες, σε μπαράκια και όλοι παίζουν με τα κινητά τους, χωρίς να προσέχουν τι γίνεται γύρω τους.

Αυτοί οι άνθρωποι απορώ πώς κάνουν σχέσεις, πώς ερωτεύονται, πώς συνεννοούνται, πώς κάνουν μια δουλειά. Από την εμπειρία μου, όταν παίρνω κάποιους για συνεργασία διαπιστώνω ότι οι 9 στους 10 είναι απρόθυμοι να εργαστούν.

Δεν είναι όμως μόνο οι νέοι: είμαστε ένας ηλίθιος, άναρχος λαός που δεν μπορεί να ακολουθήσει πέντε κανόνες συμπεριφοράς. Εχουμε παντελή έλλειψη κοινωνικής αγωγής. Δες το στην καθημερινότητα: σκουπίδια παντού, οδηγούμε όπως να ‘ναι, ακούμε ό,τι να ‘ναι, τρώμε αηδίες, χάβουμε αηδίες.

● Ενώ το ’80 ήταν διαφορετικά;

Τότε υπήρχαν δεκάδες καλά συγκροτήματα, όπως οι θρυλικοί Socrates -αυτοί με ενέπνευσαν. Κατά τ’ άλλα, τότε το ροκ ήταν «κακό». Μετά τη Μεταπολίτευση, πολιτικές δυνάμεις όπως το ΚΚΕ ήταν αντίθετες σε οτιδήποτε ξενόφερτο, ως καπιταλιστικό, ιμπεριαλιστικό. Ελεγε πριν από λίγα χρόνια ο Τζίμης Πανούσης στο σόου του για κάτι που το διάβασε στον «Ριζοσπάστη». Και πρόσθετε μετά ότι είναι φύλλο του 1976. Τα ίδια έλεγαν τότε, ολόιδια λένε και τώρα.

Τι άλλαξε λοιπόν; Εγώ δεν άλλαξα. Κάνω μουσική και δημιουργώ όπως και τότε. Εχω βέβαια διευρύνει τους μουσικούς μου ορίζοντες, ειδικά από την εποχή που συνεργάστηκα με τη Μαρία Φαραντούρη και τον Μάνο Χατζιδάκι και γυρίσαμε όλο τον κόσμο κάνοντας συναυλίες. Ημουν ηχολήπτης, έκανα καλά τη δουλειά μου.

Μ’ εμπιστεύτηκε ο Θεοδωράκης στη συναυλία του στο «Ρόγιαλ Αλμπερτ Χολ» του Λονδίνου. Στη Φαραντούρη έκανα ήχο στο «Ολιμπιά» στο Παρίσι, στη Μελβούρνη, στην Οπερα του Σίδνεϊ -δεν μπαίνεις εκεί τυχαία. Ή στην τελευταία συναυλία του Μάνου στο Ηρώδειο με την Ορχήστρα των Χρωμάτων…

Το ΚΚΕ που μας κυνήγαγε στη δεκαετία του 1970, αργότερα έφερε στο Φεστιβάλ της ΚΝΕ τον Αλβιν Λι, πρωτεργάτη του Γούντστοκ -τεράστια κωλοτούμπα.

Μάριος Βαλασόπουλος

● Σήμερα έχεις ξεχωρίσει κάτι στην εγχώρια μουσική παραγωγή;

Τα τελευταία 25 χρόνια τα ελληνικά τραγούδια τα αποκαλώ σκουπιδοτράγουδα! Ολοι αυτοί οι μουσικοί της σειράς… Υπάρχει έντονη σκουπιδοποίηση που προέκυψε από δύο πράγματα: Εχουμε καλούς μουσικούς στην Ελλάδα, και καλούς ροκ μουσικούς. Αλλά επειδή η ροκ σκηνή στην Ελλάδα ήταν συρρικνωμένη και δεν χωρούσαν όλοι, πολλούς από αυτούς τους απορρόφησαν οι λαϊκοί, οι μεγάλες ορχήστρες, τα στούντιο.

Για παράδειγμα, οι Socrates που λέγαμε, ακόμα κι αυτοί έπαιζαν με Φαραντούρη, Θεοδωράκη κ.ά. για βιοποριστικούς λόγους.

Αυτοί οι εξαιρετικοί μουσικοί έχοντας απορροφηθεί στην ελληνική λαϊκή μουσική σκηνή, εισήγαγαν ροκ στοιχεία και άκουγες λαϊκά τραγούδια με ροκ κιθάρες και ντραμς. Παράλληλα βγήκαν κάτι τύποι που έγραφαν τραγούδια από το πρωί μέχρι το βράδυ, κλέβοντας τους πάντες και τον εαυτό τους, παράγοντας εφήμερες, ρηχές επιτυχίες για τη μάζα.

Τα ελληνικά τραγούδια εξελίχθηκαν σε σκουπιδομάζα, με επαναλαμβανόμενη διαφήμιση-σλόγκαν, με το τραγούδι να ξεκινά με τη μελωδία του ρεφρέν, ένα-δυο κουπλέ μετά και πάλι συνεχή επανάληψη του ρεφρέν για να μην το ξεχνάει ο βλάκας. Αυτό δεν είναι τραγούδι! Αφήνω απ’ έξω την ποιότητα του στίχου που είναι μέσα στη μιζέρια και στην κακομοιριά. Τραγούδια με αρχή, μέση και τέλος δεν υπάρχουν.

Πάρε το «Αγαλμα» που τραγουδάει ο Πουλόπουλος -είναι ολόκληρη ιστορία, σου μεταδίδει εικόνες, έχει αφήγηση. Πάρε τον «Τρελό» του Κόκκοτα -στήνει ολόκληρο σκηνικό. Πάρε τα τραγούδια του Λουκιανού Κηλαηδόνη, θεός σχωρέσ’ τον -είχε μια αγνότητα πάνω στη μουσική του, έπαιζε απλά πράγματα, αλλά ωραία, πολύ ωραία και με νόημα.

● Αρα μου λες ότι κάναμε ένα rewind…

Ακριβώς. Οχι μόνο δεν συνεχίσαμε, πήγαμε προς τα πίσω. Βλέπω μια κατιούσα, μια χαλάρωση που οφείλεται στην ευκολία της τεχνολογίας, στην ατομικοποίηση της παραγωγής, στο ότι σκοπός είναι να γίνει ένας δίσκος και λιγότερο το ποιους αφορά και σε ποιους απευθύνεται αυτός. Πρέπει να μπορείς να αγγίξεις τον άλλον για να υπάρξει ενδιαφέρον.

Οπως και στην εξουσία, έτσι και παντού βγήκαν άνθρωποι που δεν είχαν τα φόντα. Απλά βρήκαν κενό χώρο και αναρριχήθηκαν. Εγώ δεν κάνω πολιτικό αφιέρωμα – ξαναθυμίζω καλές μουσικές.

Τη μουσική υπηρετώ πάντα. Επιστρέφω σε κάτι επειδή είναι καλό και όχι σε ένα μοντέλο που ήταν αποτυχημένο και πήγε την Ελλάδα πίσω σε αξίες. Οπως είχα πει σε μια φίλη: ένα μήλο είναι πιο υγιεινό από ένα προφιτερόλ, αλλά επιλέγεις το δεύτερο. Η διαφορά είναι ότι το προφιτερόλ σ’ το σερβίρουν ενώ το μήλο πρέπει να το καθαρίσεις. Πρέπει να κουραστείς για να ζήσεις. Να αγωνιστείς για να ζήσεις ακέραια.

«Παίζουμε γιατί θυμόμαστε!»

Παλιά παιχνίδια – έκθεση στην Τεχνόπολη

Tον Τζώνυ Βαβούρα θα τον απολαύσουμε αυτό το Σαββατοκύριακο στην Τεχνόπολη, καθώς θα παίζει μόνο από βινίλιο μουσικές κυρίως από τις δεκαετίες ’80 και ’90, στο πλαίσιο της έκθεσης «Vintage Toys 2019» που ολοκληρώνεται αύριο Κυριακή.

Πρόκειται για τη μεγαλύτερη έκθεση παιχνιδιών, που γίνεται για τέταρτη φορά στην Τεχνόπολη. «Είμαι συλλέκτης παιχνιδιών από τη δεκαετία του ’80 κυρίως, αλλά και παλαιότερα» μας λέει ο εμπνευστής και διοργανωτής της εκδήλωσης Γιώργος Γραμματόπουλος. «Η πρώτη έκθεση έγινε με 7 συλλέκτες σε μια γκαλερί το 2015.

Είχε όμως τόσο μεγάλη απήχηση που αποφασίσαμε να την ξανακάνουμε. Πέρυσι είχαμε πάνω από 9.000 επισκέπτες. Φέτος, με περισσότερα από 50 περίπτερα, ο επισκέπτης μπορεί να κάνει ένα ταξίδι στον χρόνο, να ξαναζήσει τα παιδικά του χρόνια, ζωντανεύοντας τις αναμνήσεις του μέσα από παλιά παιχνίδια. Μπορεί να παίξει μαζί με τα παιδιά του (καθώς θα υπάρχουν διαδραστικά παιχνίδια εποχής), μπορεί και να αγοράσει αν θέλει».

Τι μας τραβάει όμως στα παλιά παιχνίδια; «Η νοσταλγία. Οι αναμνήσεις. Η συγκίνηση. Η μνήμη της παιδικότητάς μας» απαντά ο κ. Γραμματόπουλος. «Επιπλέον, τα παιχνίδια αυτά, που τότε τα λέγαμε “πανηγυριώτικα”, ήταν εξαιρετικής ποιότητας, τα περισσότερα ξύλινα, ζωγραφισμένα στο χέρι κ.λπ. Πλέον στα πανηγύρια βρίσκεις μόνο κινέζικα, πλαστικά που χαλάνε αμέσως. Αλλά και στα παιχνιδάδικα σχεδόν αυτά βρίσκεις. Η μαζική παραγωγή και η διαφήμιση έχουν αλλάξει το τοπίο. Δεν είναι κακό να θυμόμαστε πως το παιδί δεν θέλει και πολλά για να είναι χαρούμενο…».

ℹ️ Info

Σήμερα και αύριο στην Τεχνόπολη του Δήμου Αθηναίων – Κτίριο «Μηχανουργείο», από τις 11 το πρωί έως τις 11 το βράδυ. Είσοδος: 5€ για όλο το Σαββατοκύριακο. Παιδιά έως 6 ετών δωρεάν. Ο Τζώνυ Βαβούρας θα παίζει στα ντεκς σήμερα Σάββατο και αύριο Κυριακή: 11.00- 14.00 και 18.00 – 22.00

efsyn