Ο Μπι Μπι Κινγκ, ο «βασιλιάς της μπλουζ», όρισε τη μοντέρνα ηλεκτρονική μπλουζ στη δεκαετία του ’50 και στάθηκε καθοριστική επιρροή για τους μεταγενέστερους του μουσικούς στο φάσμα της R&B. Με την αγαπημένη του Gibson κιθάρα, τη γνωστή Λουσίλ, κέρδισε το κοινό του από τις σκηνές του Νότου, αγαπήθηκε από τους Αφροαμερικανούς από πολιτεία σε πολιτεία, για να περάσει στο αμερικανικό mainstream στα 70s και να φτάσει να γίνει παγκόσμιος πρεσβευτής της μπλουζ από εκεί και έπειτα, καθώς και ο πρώτος μουσικός στο είδος του που βρέθηκε να παίζει επί σκηνής στη Σοβιετική Ενωση.

Με διασημότερο τραγούδι το «Thrill is gone», ο Κινγκ διαμόρφωσε ένα εμπορικό στυλ παιξίματος με την κιθάρα του στα μπλουζ, ενώ τραγουδούσε με στεναγμό και πάθος σχεδόν αποκλειστικά ερωτικά κομμάτια. Η καθολική απήχηση του ήχου του και ο τρόπος της περφόρμανς του, που έμοιαζε να καλεί θερμά τον κόσμο στη σκηνή, άνοιξαν γι’ αυτόν όλες τις πόρτες και τον κατέστησαν έναν από τους πιο συνεπείς περιοδεύοντες μουσικούς επί μισό αιώνα, στη διάρκεια του οποίου είχε μέσο όρο 275 σόου τον χρόνο (το 1956 είχε το ρεκόρ των 342 εμφανίσεων).

«Ανακάλυψα ότι κάθε φορά που πήγαινα σε ένα μέρος, αποκτούσα περισσότερους φαν», λέει ο Κινγκ στο βιβλίο «The B.B. King treasures». «Αρχισα να λαμβάνω γράμματα και στην εκάστοτε περιοχή ο κόσμος αγόραζε δίσκους. Ολοι νόμιζαν ότι έβγαζα χρήματα γιατί ταξίδευα συχνά. Ηταν ο μόνος τρόπος για να μπορέσω να επιβιώσω». Στην πολύχρονη καριέρα του ο Κινγκ παρέμεινε στο Billboard 200 επί 40 χρόνια με 33 τίτλους στα τσαρτ

Στις σπουδαίες στιγμές της καριέρας του συγκαταλέγονται και οι εμφανίσεις του στις συναυλίες των Rolling Stones το 1969. Από το 1980 έως το 2000, είχε αφοσιωθεί κυρίως στις ζωνταντές εμφανίσεις απ’ ό,τι στις ηχογραφήσεις νέων τραγουδιών, ενώ το 1988 συνεργάστηκε με τους U2 στο άλμπουμ «Rattle and Hum» με το σινγκλ «When Love comes to town» και το 2000 με τον Ερικ Κλάπτον στο άλμπουμ «Riding wth the king», το οποίο βρέθηκε στο νούμερο 3, την υψηλότερη θέση που o Κινγκ κατείχε ποτέ στο Billboard 200. Μεγάλες του επιτυχίες ήταν τα τραγούδια «You know I love you», «Woke up this morning», «Lucille», «Please love me», «When my heart beats like a hammer», «Whole lotta love», «You upset me baby», «Every day I have the blues», «Sneakin around», «Ten long years», «Bad luck», «Sweet black angel», «On my word of honor» και «Please accept my love», «Lucille».

Ο Μπι Μπι Κινγκ γεννήθηκε ως Ρίλεϊ Κινγκ στις 16 Σεπτεμβρίου το 1926 στο Δέλτα του Μισισιπή, κοντά στην Iτα Μπένα, και μεγάλωσε με τη γιαγιά του, Ελνόρα, σε ένα αγρόκτημα βαμβακοκαλλιέργειας. Eχασε τη μητέρα του στα 9 του, τη γιαγιά αργότερα, στα 14, γι’ αυτό δούλευε μαζεύοντας βαμβάκι στις φυτείες του Μισισιπή, στην Ιντιανόλα. Eμαθε κιθάρα από τον ξάδελφό του, Μπούκερ «Μπούκα» Γουάιτ. «Νομίζω ότι οι παλιότεροι ήχοι που μπορώ να θυμηθώ είναι στα χωράφια την ώρα που μαζεύαμε το βαμβάκι ή κόβαμε…» είχε πει ο Κινγκ. «Oταν παίζω και τραγουδώ, ακόμα και τώρα, μπορώ να ακούσω αυτούς τους ίδιους ήχους που άκουγα και τότε».

Για τον Κινγκ, το φτωχό παιδί του αμερικανικού Nότου, ο ρυθμός του γκόσπελ ήταν το μονοπάτι προς την επιτυχία. Το 1943 έγινε μέλος των Famous St. John Gospel Singers, που ακούγονταν σε ραδιοφωνικό σταθμό του είδους, ενώ τραγουδούσε στην εκκλησία τις Κυριακές και τα βράδια στις γωνίες των δρόμων της Ιντιανόλα. Μετά την τρίμηνη θητεία του στον στρατό, άρχισε να εντρυφεί στη μουσική των Ντιουκ Eλινγκτον, Κάουντ Μπάσι και Ρόμπερτ Χοκ, για να αποφασίσει ότι ήταν καιρός να περάσει από τα γκόσπελ στην μπλουζ. Μετά τον πόλεμο, μετακόμισε με τον ξάδελφό του στο Μέμφις του Τενεσί και είχε την πρώτη του ευκαιρία να παίξει στο ραδιόφωνο το 1948. Η περφόρμανς του στον ραδιοφωνικό σταθμό KWEM τον έβαλε στον δρόμο για άλλες μεγαλύτερες δουλειές, όπως στον σταθμό WDIA, όπου ανέλαβε ντισκ τζόκεϊ, καθώς και τη διαχείριση με το όνομα αρχικά Ρίλεϊ Κινγκ, «Τhe Blues Boy from Beale Street», το οποίο συντόμευσε σε Blues Boy και τελικά σκέτο B.B

Το ραδιόφωνο απέφερε και τον πρώτο δίσκο, ενώ το πρώτο του σινγκλ «Miss Martha King» γράφτηκε για την πρώτη του σύζυγο. Αμέσως, το 1949, ξεκίνησε να ηχογραφεί δίσκους στην εταιρεία RPM Records, στο Λος Aντζελες. Πολλές από τις πρώτες δουλειές του ηχογραφήθηκαν από τον Σαμ Φίλιπς, ο οποίος αργότερα ίδρυσε τη Sun Records και ανακάλυψε τον Eλβις Πρίσλεϊ.

Στις περγαμηνές του, ο Μπι Μπι Κινγκ μετρούσε συνολικά 15 βραβεία Γκράμι καθώς και το τιμητικό βραβείο Γκράμι για το σύνολο της καριέρας του. Το 1980 κέρδισε τη δική του θέση στο Blues Hall of Fame, όπως και επτά χρόνια μετά στο Rock and Roll Hall of Fame. Το 1995 τιμήθηκε με το βραβείο Κένεντι από τον τότε Αμερικανό πρόεδρο Μπιλ Κλίντον.

ΤΑ… 15 ΠΑΙΔΙΑ

«Ηθελα να συνδέσω την κιθάρα μου με τα ανθρώπινα συναισθήματα», έλεγε ο Κινγκ στην αυτοβιογραφία του «Blues all around me» (1996).

Σχεδόν το ίδιο διάσημη με τον Μπι Μπι Κινγκ ήταν η κιθάρα του. Η ιστορία της κιθάρας; Αναπόσπαστη με την πορεία του ανδρός. Τον χειμώνα του 1949, όταν ο Κινγκ έπαιζε σε ένα κλαμπ στο Αρκάνσας, μια σόμπα γεμάτη κηροζίνη που κρατούσε τον χώρο ζεστό έπεσε κατά τη διάρκεια ενός καυγά ανάμεσα σε δύο άντρες για μία γυναίκα και το μέρος τυλίχθηκε στις φλόγες

«Οταν βγήκα έξω, συνειδητοποίησα ότι είχα αφήσει την κιθάρα μου μέσα. Οπότε μπήκα ξανά μέσα για να την πάρω», είχε πει ο ίδιος σε συνέντευξή του.

«Το κτίριο ήταν ξύλινο και καιγόταν γρήγορα. Αρχισε να καταρρέει γύρω μου, και παραλίγο να χάσω τη ζωή μου στην προσπάθειά μου να σώσω την κιθάρα μου. Το επόμενο πρωί, μάθαμε ότι οι δύο άντρες τσακώνονταν για μια κυρία που δούλευε σε μια αίθουσα χορού. Μάθαμε ότι το όνομά της ήταν Λουσίλ. Ετσι ονόμασα την κιθάρα μου Λουσίλ, για να μου θυμίζει ότι δεν πρέπει να γίνει ποτέ ξανά κάτι τέτοιο».

50 εγγόνια

Ο Μπι Μπι Κινγκ παντρεύτηκε δύο φορές. Με τη Μάρθα Λι Ντέντον από το 1942 έως το 1952 και με τη Σου Χαλ από το 1958 έως το 1966. Εγινε πατέρας 15 παιδιών με διαφορετικές γυναίκες και απέκτησε πάνω από 50 εγγόνια.

«Περίπου 15 φορές, μια κυρία μου έχει πει: διαλέγεις εμένα ή τη Λουσίλ; Γι’ αυτό έκανα 15 παιδιά με 15 γυναίκες», ήταν τα περήφανα λόγια του θρύλου της R&B

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *