Facebooktwitterlinkedinmail

Φίλε μου αγαπημένε που θα ψηφίσεις με το χέρι στην τσέπη

Λυπάμαι που δε μπορώ να συμμεριστώ την άποψή σου.

Τη σέβομαι αλλά με κάνει και δακρύζω.

Όπως με κάνει και δακρύζω

η έκπτωση των αξιών και των ιδεών με τις οποίες μεγάλωσα

-και μεγάλωσες- για χάρη μιας εξουσίας τεχνοκρατών.

Με κάνει και σπαράζω η αναγωγή του τραπεζικού μου λογαριασμό,

στο υπέρτατο αγαθό για το οποίο θα πρέπει να αγωνίζομαι.

Και με συνθλίβει η διαστρέβλωση της πραγματικότητας.

Γιατί, κατ’ εμέ, αξιοπρεπής δεν είναι ο ευκατάστατος, ο πλούσιος, ο βολεμένος.

Αξιοπρεπής μπορεί να είναι και ο φτωχός.

Δεν αποδέχομαι ότι ο κόσμος δεν αλλάζει.

Δεν αποδέχομαι το δίκαιο του ισχυρού.

Δεν αποδέχομαι ότι θα πρέπει να κατανοήσω τον κόσμο με βάση το “μνημείο του πολιτικού ρεαλισμού” όπως θεωρείται η ‘επιστολή προς Μηλίους’ .

Τη διάβασα -καθώς δεν διδάσκεται στην ιστορία μας.

Και με έκανε κι αυτή να δακρύσω.

Δε θέλω τέτοιο κόσμο. Δεν ονειρεύομαι τέτοιο δίκαιο.

Δεν ονειρεύομαι, δε δέχομαι τέτοιο ‘πολιτισμό’.

Και ποτέ δε θα συμφωνήσω ότι αυτό είναι το σωστό.

Ποτέ δε θα συμφωνήσω ότι αυτή είναι η νόρμα. Το κανονικό.

Το δίκαιο του ισχυρού υπάρχει. Το γνωρίζω.

Μα δε θα σταματήσω, με νύχια και με δόντια να το μάχομαι.

Να το παλεύω. Από όποια θέση μου δίνει τη δυνατότητα η ζωή και οι αντοχές μου.

Και με την επιμονή μου ,όπως το νερό, θα λειάνω την πέτρα.

Δεν έχει νόημα να προσπαθήσω να σε πείσω με επιχειρήματα.

Τα λογικά επιχειρήματα περισσεύουν όταν μου απαντάς.

Έχω γεννηθεί σ’ έναν ευλογημένο και ταυτόχρονα καταραμένο τόπο.

Σε έναν τόπο με ‘βαριά’ ιστορία και ‘ελαφρύ’ παρόν.

Σε έναν τόπο όπου με σφυροκοπούν με τους χαρακτηρισμούς του τεμπέλη, του ανίκανου, του κλέφτη, του βολεψάκια, του διεφθαρμένου, του επαίτη.

Σε έναν τόπο όπου μου λένε ότι το μόνο καλό που έχω να επιδείξω είναι οι ιστορίες -επιλεκτικά παραχαραγμένες κι αυτές- των αρχαίων προγόνων μου, τις οποίες όταν τολμώ να αναφέρω με χαρακτηρίζουν εθνικιστή και αρχαιολάγνο. Γιατί τους αρχαίους και την όποια ένδοξη ιστορία μου τους έχουν καπηλευτεί οι Εθνικιστές και οι Ακροδεξιοί τους οποίους όπως ίσως καλά γνωρίζεις σιχαίνομαι. Όλοι οι λαοί είναι περήφανοι για την ιστορία τους – και όσοι δεν έχουν και καμιά μεγάλη να επιδείξουν την εφευρίσκουν. Εγώ όμως πρέπει να μην την αναφέρω. Δεν είμαι άξιος απόγονος άλλωστε.

Ο χαρακτηρισμός και το κόμπλεξ του παρακατιανού, του βαλκάνιου -λες κι αυτό είναι ύβρις-, του μη Ευρωπαίου είναι το αδύναμο κουμπί μου. Κι αυτό νόμισα ότι το κέρδισα, το ξόρκισα, όταν ‘μπήκαμε’ στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Νόμισα ότι -επιτέλους- με αποδέχτηκαν ως Ευρωπαίο Πολίτη και όλοι οι άλλοι ‘Ευρωπαίοι’ πολίτες. Και λες και ψήλωσα 30 πόντους.

Άρχισα να ψωνίζω ρούχα από κει που ψωνίζουν και οι άλλοι ‘ευρωπαίοι’, άρχισα να τρώω αυτά που τρώνε, άρχισα να παίρνω μισό καρπούζι, 2 ντομάτες, και 3 μήλα, εκεί που παλιά γέμιζα τις σακούλες και μισό καρπούζι δεν ήξερα τι σημαίνει. Άρχισα να θάβω ή να πετάω τα προϊόντα που παράγει ο τόπος μου για να εισάγω τα ‘καλύτερα’ από όλο τον κόσμο. Άρχισα να τρώω σε χλιδάτα εστιατόρια nouvelle cuisine όπου πλήρωνα 1 φασολάκι κι ένα ντοματάκι δίπλα σε ένα κομματάκι κρέας σα νά’τανε χρυσάφι, να κυκλοφορώ με μουράτο αυτοκίνητο, να ταξιδεύω σε 7στερα ξενοδοχεία σε όλο τον κόσμο. Α, έφτιαξα κι ένα (ή περισσότερα) ωραίο σπίτι…

Ω, ωραία που χτίζονταν γύρω μου τα τείχη…

Χώθηκα μέχρι το λαιμό στα χρέη, αλλά αφού μου τα έδιναν οι καλές μου τράπεζες και οι νέοι φίλοι μου οι  ‘Ευρωπαίοι’ που ήθελαν το καλό μου και να με βοηθήσουν -στους οποίους  θα πρέπει να χρωστώ ευγνωμοσύνη– γιατί να μην τα έπαιρνα; Όλα έδειχναν ότι θα μπορώ να τα αποπληρώσω. Άλλωστε, οι δανειστές μου αν δεν πίστευαν ότι θα μπορούσα να τα αποπληρώσω, δε θα μου τα έδιναν. Σωστά; λάθος. Και τώρα το ξέρω. Για άλλους λόγους με ‘τύφλωναν’ με τα εύκολα…

Αυτό δε το αδύναμο κουμπί μου, το γνωρίζουν πολύ καλά όσοι έχουν επιδοθεί σε έναν αγώνα εκφοβισμού εδώ και λίγο καιρό. Σ’ αυτό το κόμπλεξ του παρακατιανού, το αποδιοπομπαίου τράγου έρχεται και ακουμπάει τώρα

η μετατροπή του ερωτήματος του Δημοψηφίσματος από :

ΝΑΙ ή ΟΧΙ σε μια αδιέξοδη λύση σε ΝΑΙ ή ΟΧΙ στην Ευρώπη (το θυμάσαι βέβαια)

Στο θυμικό μου απευθύνονται. Στο φόβο και το κόμπλεξ μου. Χρησιμοποιώντας ως προκάλυμμα το δίκαιο του ισχυρού.

Ο ισχυρός δεν προσπαθεί να με πείσει ότι είναι ισχυρός. Απλά είναι. Κι όταν με απειλεί, δεν το κάνει για το δικό μου συμφέρον αλλά για το δικό του.

Και τώρα έρχονται  οι δουλέμποροι  των ρημαγμένων αξιών,  εθνικιστές και ακροδεξιοί μαζί με τις ουρές τους, αριστεροί  που ξεχάστηκαν κάπου πίσω από το γκρεμισμένο τείχος του Βερολίνου να μας  κουνήσουν το δάχτυλο.

Γιατί ΔΕ φαντάζομαι να έχεις πειστεί ότι μας απειλούν για το καλό μου και το καλό σου.

ΔΕ φαντάζομαι να έχεις πειστεί ότι ενδιαφέρονται για σένα και για μένα.

Θέλω να σου θυμίσω

Θέλω να σου θυμίσω,

ότι εσύ κι εγώ

γεννηθήκαμε στη χώρα του Ελύτη, του Ρίτσου, του Κάλβου, του Σεφέρη, του Καβάφη και τόσων άλλων -για να μην αναφερθώ στους αρχαιότερους

Και όταν τους διαβάζω

η ψυχή μου ανοίγει διάπλατα στο σύμπαν.

Βγάζει φτερά και πετάει.

για κείνους γράφει η ιστορία

Θέλω να σου θυμίσω ότι

για κείνους που πιστεύουν ότι δεν μπορεί να κερδίζει πάντα το δίκαιο του ισχυρού,

για τους ονειροπόλους, τους ιδεολόγους.

Τους πειραγμένους.

Για κείνους γράφει η ιστορία..

Και χάρη σ’ αυτούς, εσύ κι εγώ, δεν είμαστε ακόμη δούλοι.

Εγώ αγαπημένε μου φίλε, θέλω να συνεχίσω να ονειρεύομαι.

Και θέλω οι επιλογές μου να οδηγούνται από τα όνειρά μου

και όχι από το φόβο μου.

Εγώ θα ψηφίσω με το χέρι στην καρδιά

και όχι με το χέρι στην τσέπη

Γιατί μου δίνεται η ευκαιρία

να κάνω κάτι καλύτερο από το να ψηφίζω πρόσωπα που δε γουστάρω,

και να συμμετέχω σε ένα πολιτικό σκηνικό το οποίο απεχθάνομαι

και με το οποίο διαφωνώ, αλλά που με την έκπτωση της λευκής ψήφου

μου έχει στερήσει το δικαίωμα να εκφράζω την συνολική απαξίωσή μου.

Για πρώτη φορά μου δίνεται η ευκαιρία

να αποδείξω ότι οι αρχές με τις οποίες μεγάλωσα

οι αρχές της αλήθειας, της αλληλεγγύης, της δημοκρατίας,

της δικαιοσύνης, της περηφάνιας και της αξιοπρέπειας

έχουν τελικά κάποια αξία. Για μένα.

​Και για να λέμε την αλήθεια, νομίζω πως ‘κλέβω’ κιόλας.

Δε μου φαίνεται και τόσο μεγάλη η ΄θυσία’ και τόσο μεγάλο το δίλημμα.

Για μένα αυτή η επιλογή φαντάζει τόσο πιο εύκολη

από ότι αν είχα πράγματι να επιλέξω ανάμεσα σε ευημερία ή φτώχεια.

​Τι λες, λοιπόν​;

Θα ονειρευτείς μαζί μου;