Facebooktwitterlinkedinmail

Παραδομένη σε κυνικά ευφυολογήματα και υπεκφυγές, η λευκοροζέ επιδερμίδα της Ντορέτας διεκδικεί το δικό της μερίδιο στη λατρεία, αλλά η αδράνεια μου τη συγκλονίζει και τη λεηλατεί. Όλες αυτές οι τύπισσες με το κατακτητικό πνεύμα και τις αιωρούμενες ματαιώσεις, καταδικασμένες να με διεκδικούν μέσα σε μπαρ και μεταμεσονύκτιες προβολές, με διασκεδάζουν αλλά δεν με αφορούν. Καταλαβαίνεις…

Η Ντορέτα όμως είναι μεθυσμένη και γενναιόδωρη. Δεν γνωριζόμαστε περισσότερο από είκοσι λεπτά και ήδη τα όνειρα για κραιπάλες σε μαδριλένικα μπιστρό και για τρυπαριστά γουίκεντ στα ελληνικά νησιά υπονομεύουν το καλοκαίρι μας. Το δεύτερο σενάριο φαντάζει πιο ελκυστικό, οι ντρογκαρισμένοι ξενύχτηδες και οι φλάσυ φιγούρες του μπαρ δεν μιλούν αλλά επιδοκιμάζουν.

 

 

Εν μέσω καπνών και κοπλιμάν, τη ρωτώ σε ποιο νησί θα προτιμούσε να συνεχίσουμε την αποπλάνησή και η λέξη «Γαύδος», σχηματισμένη μέσα απ’ τα σκουροβαμμένα χείλη της, αντηχεί σαν μια γκροτέσκο παραφωνία. Σαστίζω και θυμώνω. Θυμώνω με μένα, που άργησα να προσέξω τα τσοκαροειδή της ξώφτερνα και το λινοτάγαρό που κρεμόταν απ’ το σκαμπό του μπαρ. Άσε μας καημένη.

Της λέω «αντίο» με ενοχική περιφρόνηση και χάνομαι ξανά μέσα στους σκοτεινούς δρόμους της μητρόπολης, εκεί που ανήκω μαζί με τους υπόλοιπους μαραθωνοδρόμους της ηδονής. Καταλαβαίνεις.

Βαριέμαι αφόρητα τα κάμπινγκ, τα εναλλακτικά νησιά, τις χίπικες εξορμήσεις στη φύση και στη θάλασσα, τις σκηνές και όλο τον αγέλαστο κόσμο της πρωτοπορίας και του αμπέχονου. Ασφυκτιώ θρασύτατα.

Θυμάμαι το καλοκαίρι του ‘81 όταν μαζί με τη Βέρα, μια κουφετί χορεύτρια βερολινέζικου βαριετέ, βρεθήκαμε, άγνωστο πώς, στην Ανάφη, ανάμεσα σε αντίσκηνα και φελινικές εγκαταλείψεις.

 

κωνσταντινος τζουμας

 

Όσο εκείνη έστηνε τη σκηνή, μια σκαμπρόζα Σικελιάνα αγνώστων λοιπών στοιχείων, μου ορκίστηκε ότι εκπέμπω μια σκανταλιάρικη σαρκικότητα και μού ζήτησε να την ακολουθήσω στη δική της σκηνή. Ήταν τόσα πολλά τα ζωύφια μέσα, που, αν και δεν ήταν η πρώτη φορά που έκανα ομαδικό σεξ, ένιωσα άβολα.

Έφυγα προτού ακόμα την ακούσω να με ευχαριστεί. Στάθηκα μπροστά στη Βέρα και αφού μοιράστηκα μαζί της την ασωτία μου με έναν διλημματικό μονόλογο, την παρακάλεσα να φύγουμε προς αναζήτηση κάποιου κανονικού δωματίου, χτισμένου με τούβλα, τσιμέντο και μεθυσμένες εξομολογήσεις.

«Αδύνατον», μου είπε. «Θέλω να κολυμπήσουμε γυμνοί κι αλλόκοτοι κάτω απ’ την πανσέληνο». Και μένα μ’ αρέσει το γυμνό νυχτερινό μπάνιο, πάντα το λάτρευα αλλά σε πισίνα, μετά από δεξίωση, με κόσμο γύρω μας από κάποιο γάμο, με τις φολκλόρ συμπεθέρες να σταυροκοπιούνται και την ανώνυμη νύφη να ηδονίζεται από τα φλεγόμενα σκέλια μου. Όχι σε ερημικά νησιά παραισθήσεων και ανιχνεύσεων. Δεν με αφορούν.

 

κωνσταντινος τζουμας ηθοποιος

 

Η Βέρα ήταν ανένδοτη. Μοιραία, αμαρτωλή, ενάρετη ηδονίστρια, αλλά κυρίως ανένδοτη. Την αποχαιρέτισα με ένα παζολινικό φιλί και αναρριχήθηκα πάνω στη ψαρόβαρκα ενός νεαρού βαρκάρη, ηλιοκαμένου με σταρένιους ώμους. «Στην Αθήνα παρακαλώ», τον πρόσταξα και πριν προλάβει να ψελλίσει οτιδήποτε, αφαίρεσα τα περιττά ρούχα από πάνω μου και έμεινα μόνο με ένα μαγιό σε χρώμα χαλαζία. Μια ελεγειακή φιγούρα ενός προαναγεννησιακού πίνακα, που ισορροπεί και αποσύρεται κάτω απ’ τον ελληνικό ήλιο, αυτή ήταν η προσφορά μου για το μακρύ ταξίδι. Η συνθήκη «εσύ θα κάνεις κουπί και εγώ θα σε πληρώσω με τη θέα του κάλλους μου», γοήτευσε τον μικρό μπανιστηρτζή.

Πολύ συχνά η τελειότητά μου προκαλεί αμηχανία στους γύρω μου, και εγώ δεν διστάζω να την εκμεταλλευτώ με κάθε τρόπο. Οι ενοχές δεν είναι του γούστου μου. Καταλαβαίνεις.

Στον Πειραιά δεν δέχτηκα να με πληρώσει για τον κόπο μου, έλυσα τα μάγια σαν περιφερόμενος θαυματοποιός του μεσοπολέμου και τον αποχαιρέτησα, με τη νοσταλγία της υποταγής να αναβλύζει ήδη από το βλέμμα του. Αλλά δεν με αφορά.

 

 

Δώδεκα ημέρες και επτά ώρες μετά, μία καρτ ποστάλ έφτασε στα χέρια μου. Ήταν από τη Βέρα. Τις αφόρητες ημέρες της απουσίας μου και αναζητώντας κάποιον να τη ξελογιάσει, έκανε έρωτα με έναν Σεβιλιάνο εντομολόγο. Ο Γκασπάρ -έτσι τον έλεγαν, Γκασπάρ- μέσα στη σκηνή της στην Ανάφη ανακάλυψε δύο σπάνια αραχνοειδή, τα οποία η επιστημονική κοινότητα θεωρούσε εδώ και δεκαετίες εξαφανισμένα.

Το έσκασαν μαζί για το πανεπιστήμιο της Πάντοβα όπου σκόπευαν να παντρευτούν και να αποκτήσουν ένα σπίτι, τέσσερα παιδιά (δύο αγόρια και δύο κορίτσια), μια φασαριόζα γειτόνισσα και έναν φούρνο μικροκυμάτων. Η Βέρα πάντοτε μισούσε τη μαγειρική όσο και τις μετέωρες παλινδρομήσεις.

Καταλαβαίνεις.

oneman