Facebooktwitterlinkedinmail

Τι είναι αυτό που κάνει μια χώρα πραγματικά ισχυρή; Δηλαδή, ικανή να την αντιμετωπίζουν με σεβασμό και να μην δέχεται ταπεινωτικές αντιμετωπίσεις και μεγάλες αμφισβητήσεις της ακεραιότητας και των κυριαρχικών της δικαιωμάτων της εντός συνόρων. Να μην δέχεται πως απειλείται από παντού.

Το ερώτημα αυτό γίνεται ποιο ουσιώδες, ποιο καίριο στις μέρες γιατί έχουμε να αντιμετωπίσουμε όλο το φάσμα των αμφισβητήσεων της γείτονα χώρας που αφετηρία έχουν την προσπάθειά της να κατοχυρώσει ρόλο «νέας μεγάλης δύναμης» ή αν όχι τουλάχιστον ρόλο ρυθμιστή στοπ Αιγαίο και όχι μόνο.

Οι απαντήσεις σε αυτό το ζήτημα είναι δεδομένες και συνήθως όμοιες ανά τους καιρούς.

Από τη μια, είναι η στρατιωτική ισχύς, η ικανότητα αποτροπής θερμού επεισοδίου, το αξιόμαχο των ενόπλων δυνάμεων κ.λπ. και από την άλλη, το να έχουμε ισχυρούς συμμάχους που να μπορούν να μας στηρίξουν την κρίσιμη στιγμή απέναντι στην τουρκική επιθετικότητα. Πιστεύω ότι και οι δύο αυτές απόψεις εστιάζουν μέρος του προβλήματος αλλά απέχουν παρασάγγας από την πραγματικότητα.

Η μεν στρατιωτική ισχύς σίγουρα μετράει, αλλά το βασικό είναι να αποφύγεις να καταφύγεις σε αυτή. Οι δε συμμαχίες είναι σίγουρα σημαντικές, όμως υπάρχει πάντα το ερώτημα εάν οι σύμμαχοι στηρίζουν όντως τις ελληνικές θέσεις ή κυρίως προωθούν τα δικά τους συμφέροντα. Το παρελθόν απέδειξε περίτρανα πως επ ουδενί δεν στήριξε τις ελληνικές θέσεις ποτέ, τα συμπεράσματα λοιπόν μάλλον αυτονόητα.

Αυτό που ξεχνάμε και είναι η πραγματική δύναμη μιας χώρας, είναι οι άνθρωποί της, όλες και όλοι όσοι κατοικούν, εργάζονται, παράγουν, δημιουργούν, οραματίζονται, αγωνιούν σε αυτόν τον τόπο.

Εάν αυτοί οι άνθρωποι αισθάνονται ότι ζουν σε μια χώρα που τους σέβεται, τους ανοίγει προοπτικές, που αναγνωρίζει τον κόπο και την προσφορά τους, που ακούει τις ανησυχίες τους, που προσφέρει κοινωνική προστασία και καθαρό περιβάλλον, παιδεία και πολιτισμό, είναι επί της ουσίας πολύ πιο σημαντικό από το εάν προμηθευτήκαμε ένα ακόμη πανάκριβο οπλικό σύστημα.

Γιατί αυτή την χώρα , την Ελλάδα αλλά και κάθε χώρα κάποιοι πρέπει να την υπερασπιστούν. Και για να την υπερασπιστούν πρέπει να αισθάνονται ασφάλεια και σιγουριά και να μην εισπράττουν ότι αυτή η χώρα τους αδικεί και τους προδίδει στην καθημερινότητα τους.

Τους αντιμετωπίζει ως στατιστική παράμετρο ή ως στυγνή φορολογητέα ύλη. Τους εξωθεί στην ανεργία και την απελπισία, τους προτρέπει να μεταναστεύσουν. Θα πρέπει να ανακτήσουν την χαμένη σιγουριά προς μια πατρίδα ισχυρή, σοβαρή αξιόπιστη, να αισθάνονται δηλαδή ότι σε αυτή τη χώρα μπορούν να εργαστούν, να δημιουργήσουν, να ερευνήσουν, να καινοτομήσουν, με αξιοπρέπεια και δικαιοσύνη.

Μια χώρα που σέβεται τους ανθρώπους που κατοικούν σε αυτή, είτε είναι πολίτες της είτε μετανάστες, θα βρει τους ανθρώπους που εάν και όταν χρειαστεί θα την υπερασπιστούν και το κυριότερο θα στείλει το μήνυμα ότι έχει πραγματική κοινωνική συνοχή και «ομοψυχία».

Δεν υποτιμώ τις άλλες παραμέτρους.  Όμως, την κρίσιμη ώρα τη διαφορά την κάνουν οι άνθρωποι μιας χώρας. Και αυτοί είναι η η ποιο μεγάλη δύναμή της.

Πατρίδα δεν είναι ο τόπος καταγωγής μου, η πόλη που ζω και εργάζομαι αλλά οι άνθρωποι γύρω μου που δίνουν νόημα και ουσία στην ύπαρξή μου…

Και στην χώρα μας τούτο το έχουμε αποδείξει πολλές φορές, καθώς οι όποιες βοήθειες από έξω δεν ήρθαν ποτέ και όσο πικρό κι αν ακούγεται ή τραβηγμένο, στα δύσκολα οι σύμμαχοι μας έσπρωξαν ακόμη ποιο βαθιά στον βούρκο. Μόνοι μας κάναμε ότι κάναμε κι αντί να τιμούμε ως εθνάρχη τον Κων/νο Καραμανλή που μας έβαλε στην Ευρωπαϊκή Ένωση ίσως ή μάλλον πρέπει να τον κατηγορούμε τουλάχιστον για να μη πω κάτι άλλο ποιο σκληρό,  για την φωτιά που μας άναψε στο στόμα του λύκου που μας έριξε.-

 

Δορυς/Doris, Κατερίνη 30-7-2020