Δε σκαρώνω πια ιστορίες φανταστικές

μήτε και χίμαιρες ονειρεύομαι

Μόνο τα βράδια σαν ξαπλώνω ανάσκελα

ακούω τα τρένα να περνούν

και αναθεματίζω τους θορύβους

……………………………

μέτρησα το μπόι μου και λύγισα στο λειψό των γονάτων

γνώρισα την απάτη του φωτός κι αγάπησα το σκοτάδι

περιπλανήθηκα στις κεντρικές αρτηρίες τις θορυβώδεις

μα κρύφτηκα πάλι στη σκοτεινιά των παθών

ανακάλεσα τη φωτοχυσία μα στοίχειωσα στο βροχερό ήλιο του χειμώνα

με μάγεψε το αχνό άρωμα του γιασεμιού κι επέστρεψα στην ακινησία της πέτρας

χάραξα την αοριστία της γραμμής μα έγειρε σε κύκλο ματαιώσεων

γέμισα την ψυχή μου μ’ εσένα από την αρχή του ονείρου

μέχρι το τέλος της πραγματικότητας

και το μόνο που απέμεινε είναι η αγωνία της απουσίας

……………………………

Κουβαλάω ακόμη στο μέσα βαθιά μου

τον αρχαίο λυγμό του Αιγαίου

Κρυφό μαργαριτάρι μες στο χρόνο

ο πικρός σπαραγμός της Ιούς

παφλάζει στο κύμα οιστρηλατημένος από το φθόνο της θεάς

αναζητώντας μια αγκαλιά που να χωράει ο κόσμος

…………………………….

Δεν σκαρώνω πια ιστορίες φανταστικές

ούτε ονειρεύομαι τις χίμαιρες

Μόνο τα βράδια σε γυρεύω σε όλες

τις σκοτεινές άκρες του ουρανού

κι πάλι μπερδεύω το όνειρο με την πραγματικότητα

……………………….

Τα δάκρυα που έχυσα δεν έγιναν ποτάμι

κι ακόμη η λειψυδρία με σκοτώνει

Νικολέτα Ανδριανή

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *