Το ημερολόγιο έγραφε 2 Δεκεμβρίου 1814. Ο Ντονασιέν Αλφόνς Φρανσουά κοιμόταν στο κελί του στο φρενοκομείο Σαρεντόν. Έμελλε να μην ξυπνήσει. Ο θάνατος πρόλαβε τον «Θείο Μαρκήσιο» -όπως έμεινε στην ιστορία ο ντε Σαντ.
Πολλοί εκτιμούν πως η πορεία του στη ζωή δεν ήταν άσχετη με τα παιδικά του χρόνια. Οι ιστορικές πηγές αναφέρουν πως ο πατέρας του ήταν ερωτομανής, ενώ αντίθετα η μητέρα του ήταν μάλλον θρησκόληπτη, πιθανότατα και αδιάφορη προς αυτόν.
Το 1750 έγινε δεκτός σε σχολείο Ιησουιτών στο Παρίσι όπου έλαβε ιδιαίτερα αυστηρή, σχεδόν θεοκρατική αγωγή. Αυτό φαίνεται να επηρέασε τον χαρακτήρα του. Το Μάϊο του 1754 υπηρετεί στο στρατό σε ηλικία μόλις 14 ετών και τρία χρόνια αργότερα γίνεται σημαιοφόρος στην «Ταξιαρχία του Αγίου Ανδρέα». Το 1759 είναι λοχαγός.
Μόλις πέντε μήνες μετά τον γάμο του, στις 29 Οκτωβρίου 1763, ο Ντε Σαντ παύθηκε από την υπηρεσία του βασιλιά και φυλακίστηκε στο κάστρο Βενσέν. Τον είχε καταγγείλλει μια νεαρή ιερόδουλη ότι βεβήλωσε την όστια, δύο εσταυρωμένους από ελεφαντόδοντο καθώς και ότι απήγγειλε αντιχριστιανικούς στίχους. Αποφυλακίστηκε όμως μετά τις προσπάθειες του πατέρα του στις 13 Νοεμβρίου και περιορίζεται στον οικογενειακό πύργο των Ντε Σαντ στην Νορμανδία

Το σκάνδαλο Κελλέρ
Το Πάσχα του 1768 ξέσπασε το πρώτο μεγάλο σκάνδαλο, το «σκάνδαλο Κελλέρ» ή «σκάνδαλο της Arcueil», της συνοικίας που βρίσκονταν τότε οι περισσότεροι οίκοι ανοχής στο Παρίσι. Μια γυναίκα που ζητιάνευε, η Κελλέρ, τον κατήγγειλε για φυσική και σεξουαλική κακοποίησή της.
Ο ίδιος ο βασιλιάς διέταξε την άμεση φυλάκισή του με ειδική εντολή κράτησης και ο μαρκήσιος παρέμεινε φυλακισμένος μέχρι το 1768. Μετά ακολουθεί και πάλι κατ’ οίκον περιορισμός στον οικογενειακό πύργο του στην Λακόστ

Η καταδίκη σε θάνατο
Τον Ιούνιο του 1772 ξέσπασε νέο σκάνδαλο -αυτή τη φορά στη Μασσαλία- το λεγόμενο και «σκάνδαλο της ισπανικής μύγας».
Πέντε εκδιδόμενες κατήγγειλαν αυτόν και τον υπηρέτη του Λατούρ ότι τις προέτρεψαν σε σοδομισμό και πως τις «δηλητηρίασαν». Η αλήθεια είναι πως τους είχαν δώσει σοκολατάκια τα οποία περιείχαν όχι δηλητήριο αλλά κανθαριδίνη, το οποίο θεωρούνταν αφροδισιακό.
Τελικά μαρκήσιος και υπηρέτης βρέθηκαν ξανά κατηγορούμενοι, αντιμετωπίζοντας μάλιστα την ποινή του θανάτου, οπότε και έσπευσαν να εξαφανισθούν.
Δικάστηκαν ερήμην στις 11 Σεπτεμβρίου 1772 και καταδικάστηκαν με θανατική ποινή και την επόμενη ημέρα αχυρένια ομοιώματά τους αποκεφαλίστηκαν δημόσια και παραδόθηκαν στις φλόγες.

Η τελευταία φυλάκιση
Στις 6 Μαρτίου του 1801 συλλαμβάνεται για τελευταία φορά με τον εκδότη του Μασέ. Κατάσχονται καινούργια χειρόγραφα με διορθώσεις για τα βιβλία «Ζυλιέτ» και «Νέα Ζυστίν». Στις 5 Απριλίου ο Ντε Σαντ φυλακίζεταιστο σωφρονιστικό ίδρυμα της Αγίας Πελαγίας, δίχως να προηγηθεί δίκη.
Στις 5 Ιουνίου του 1807, με το που είχε ολοκληρώσει το νέο 10τομο έργο του «Τα ταξίδια της Φλορμπέλ», όταν η αστυνομία εισέβαλε στο άσυλο, κατάσχεσε το χειρόγραφο και τον Οκτώβριο του 1809 του επιβλήθηκε απομόνωση, καθώς και αφαίρεση όλων των χαρτιών και των γραφίδων του.

Φυλάκιση στη Βαστίλη και συγγραφικό έργο
Ο Μαρκήσιος συλλαμβάνεται ξανά στις 13 Φεβρουαρίου 1777 και οδηγείται πίσω από τα κάγκελα στο κάστρο Βενσέν. Ζήτησε το 1778 -και πέτυχε- την ακύρωση της υπάρχουσας θανατικής καταδίκης. Κρίνεται όμως ένοχος για όργια και υπερβολική ελευθεριότητα.
Αυτό του «χαρίζει» νέα ποινή επιτηρούμενης πειθαρχημένης διαβίωσης με 3ετή απαγόρευση εισόδου στην περιοχή της Μασσαλίας. Αλλά στις 16 Ιουλίου απέδρασε και επέστρεψε στην Λακόστ, όπου συλλαμβάνεται ξανά και στάλθηκε πίσω στο Βενσέν.
Κλείνεται στο κελί με αριθμό 6, «σε αυτή την τρύπα όπου με έχουν θάψει ζωντανό» όπως ο ίδιος έγραψε. Διαβάζει κλασικούς και σύγχρονους συγγραφείς, ενώ γράφει θεατρικά έργα και μυθιστορήματα τα οποία ολοκληρώνει στις φυλακές της Βαστίλης, όπου μεταφέρθηκε στις 28 Φεβρουαρίου του 1784. Πήρε μαζί του το έργο «Διάλογος ιερωμένου και ετοιμοθάνατου» και τις πρώτες σημειώσεις του βιβλίου του «120 μέρες στα Σόδομα». Το ολοκληρώνει τον Νοέμβριο της επόμενης χρονιάς και ενώ το βιβλίο θεωρείται χαμένο τελικά το 1904 ο βερολινέζος ψυχίατρος Μπλοχ το εξέδωσε σε ιδιωτική περιορισμένη έκδοση για επιστήμονες, ψυχίατρους και νομικούς.
Ακολούθησε το 1786 η συγγραφή της πρώτης εκδοχής του βιβλίου «Ζυστίν ή τα βάσανα της αρετής» ενώ το 1788 ήταν ιδιαίτερα παραγωγικός συγγράφοντας τα «Ευγενία ντε Φρανβάλ», «Αλίν και Βαλκούρ», «Dorci, ou la Bizarrerie du sort» και το «Ιστοριούλες, διηγήματα και μύθοι».
Το 1795 εκδίδει το βιβλίο του «Φιλοσοφία στο μπουντουάρ», αλλά συναντά τεράστια αντίδραση. Η αστυνομία κατέσχεσε το «Η νέα Ζυστίν» στις 18 Αυγούστου 1800, διότι περιείχε άσεμνη εικονογράφηση

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *