«Δεν είναι χώρα αυτή. Κουβαλάει «εκ γενετής μια ανωμαλία» επειδή δεν είναι μοντέρνα, φωτισμένη, ευρωπαία χώρα….. Αυτός ο τόπος δεν θα αλλάξει ποτέ!

Σε αυτούς τους χαλεπούς καιρούς που διανύουμε, που όλα είναι τόσο ρευστά και αβέβαια, που δεν ξέρουμε τι μας ξημερώνει και τι μας επιφυλάσσει η επόμενη μέρα ένα σύνθημα γραμμένο στον τοίχο αποκαλύπτει ακριβώς την ψυχοσύνθεση του Έλληνας, «Μάνα τα κατάφερα!» Πίσω από τούτες τις λέξεις μπορεί να αναγνώσει κανείς την αγωνία, τη βαθιά αμφιβολία το ταπεραμέντο, την ιδιοσυγκρασία του Έλληνα ή μήπως την φωτογραφία του ο καθένας από μας;

Μας κυνηγάει αυτή η ατάκα. Είναι η επισφράγιση σε ότι κι αν κάνουμε, είναι η επιβεβαίωση που ζητά απεγνωσμένα ο κάθε ένας μας «δεν είχα καμιά αμφιβολία» γιατί από κανένα άλλο δεν έρχεται ποτέ. Η ατάκα γράφεται και ξαναγράφεται, μας αντιπροσωπεύει αλλά κατά βάση αποφεύγουμε να την αποδεχτούμε και στο υποσυνείδητο την ξορκίζουμε. Πάνε χρόνια που δεν πιστεύουμε ότι θα τα καταφέρουμε και αυτή η φράση στον τοίχο όλο και ποιο τακτικά γίνεται επίκαιρη και αναγκαία.

Η  πίστη και η ικανότητά του ανθρώπου να πετυχαίνει δεν επαρκεί και δεν ήταν ποτέ ικανά στοιχεία ώστε να καλύπτουν τον Νεοέλληνα Μάλλον η μετεξέλιξή του «δεν» ικανοποιεί καθόλου, γιατί στη διαδρομή της ατομικής του εξέλιξης, το ελληνικό σύστημα, έχει αφήσει μισάνοιχτη τη βαλβίδα εκτόνωσης οπότε και εφόσον και αν ποτέ χρειαστεί είναι άδεια. Το ρήμα «καταφέρνω» έχει υπόσταση μόνο στον ενικό του αριθμό. Στον πληθυντικό του, «καταφέρνουμε», μένει μετέωρο και προβληματικό. Για να μην μιλήσουμε για τον μέλλοντα, «θα τα καταφέρουμε» βούτυρο στο ψωμί κάθε γελοιογράφου η επιθεωρησιακού συγγραφέα λόγω εποχής, καλοκαίρι βλέπετε.

Αν το σκεφτείς, η λέξη «αυτεπάρκεια» στα ελληνικά, ηχεί κάπως παράδοξα. Μας είναι σχεδόν άγνωστη. Τώρα μπαίνει στην ζωή μας και μάλιστα με τον αγγλικό όρο «self-efficacy», μνημονιακή προίκα κι αυτή.

Η ανεπάρκεια όπως και να το κάνουμε μας είναι ποιο οικεία! Οι προσδοκίες της συλλογικής μας αυτεπάρκειας κάηκαν στον δρόμο από τον Εμφύλιο μέχρι τη Μεταπολίτευση και έφτασαν στις μνημονιακές μέρες να είναι «καμένα χαρτιά». Οι προσδοκίες που καθόριζαν το αν θα ήμασταν σε θέση να αντιμετωπίσουμε τις όποιες αντιξοότητες, οι προσδοκίες πριονίζονταν από τα γεννοφάσκια μας, πρώτα σε ατομικό και κατά δεύτερο σε συλλογικό επίπεδο. Η φράση του «εθνάρχη» Καραμανλή: εγώ σας έβαλα στη θάλασσα (ΕΟΚ) εσείς μάθετε να κολυμπάτε, ήταν χαρακτηριστική. Μόνο που ο εθνάρχης δεν μας είπε ποτέ πως τα «σωσίβια» και τα «μπρατσάκια», ήταν εξαρχής «πιασμένα» από τους κατσαπλιάδες που παρίσταναν την αστική τάξη, άλλωστε οι περισσότεροι δεν πίστευαν ότι το «έχουμε» με την κολύμβηση.

Η ιστορία μας διδάσκει πως σε όλες τις εκφάνσεις του το Ελληνικό κράτος μεταξύ άλλων υστερούσε από εμπειρία. Κάθε τι καινούριο μας έβρισκε απροετοίμαστους και εντελώς ανίκανους να το κατανοήσουμε όχι να το υιοθετήσουμε και να ακολουθήσουμε. Πάντα κάποιος άλλος ερχόταν να μας εξηγήσει και να εφαρμόσει ότι εμείς δυσκολευόμασταν και αυτό το θεωρούσαμε και καταγραφόταν συνήθως πάντα ως  «επίτευγμα». Στην Ελλάδα, για δεκαετίες, επικρατούσε και επικρατεί ακόμη, ένας ψεύτικος έπαινος, ένα κάποιο πλάνο φιλικό χτύπημα στην πλάτη του Λαού, μια υπέρμετρη λατρεία για τους προγόνους και τα άφθαστα επιτεύγματά τους, τη στιγμή μάλιστα που η χώρα κατοικείται και διοικείται εδώ και χρόνια, από μάζα «άχρηστων» ανενεργών ανθρώπων. Η καθημερινή μικρόψυχη καταγγελία για το μίζερο παρόν μας γεμάτο απαξίωση και ντροπή για όσα καταφέραμε και «μας εξέθεσαν διεθνώς». Ακόμη και οι μεγάλες στιγμές του Λαού μας, οι στιγμές συλλογικής αντίστασης, μπολιάστηκαν εν τέλει με διχασμό, πλημμύρισαν τα επιτεύγματά του με μια άκρως διχαστική καπηλεία από όλες τις πλευρές. Αυτό, έγινε το αποκούμπι των υπερπροστατευτικών μανάδων, που δεν ήθελαν να μπλέξουν τα παιδιά τους σε μπελάδες και «να τραβιούνται στα τμήματα και στα ξερονήσια».

Το μοντέλο του πετυχημένου φιλέλληνα καταφερτζή ήταν πάντα η εξιδανικευμένη επιτυχία μας. Και η αβεβαιότητα αυξανόταν, σε βαθμό μάλιστα που όλες οι συγκρίσεις με τα ευρωπαϊκά (βάρβαρα) πρότυπα-έθνη, μας καταστούσαν  πάντοτε απολίτιστους, αφώτιστους και καθυστερημένους βαλκάνιους και εμείς αποσβολωμένοι, με χεσμένη τη φωλιά, ψάχναμε σαν μ@λ@κες τι απέγινε το φως του κόσμου και του πολιτισμού που τους μεταδώσαμε. «Δεν είναι χώρα αυτή. Κουβαλάει «εκ γενετής μια ανωμαλία» επειδή δεν είναι μοντέρνα, φωτισμένη, ευρωπαία χώρα….. Αυτός ο τόπος δεν θα αλλάξει ποτέ!

Από ποια πειθώ θα αντληθεί η συλλογική αυτεπάρκεια; Όταν η συλλογική πειθώ έχει το νου της στο πώς να αποθαρρύνει την όποια αντίδραση ή αντίσταση και στο πώς να επαληθεύσει τη ανικανότητα, ενθαρρύνοντας την ατομική υποταγή στο «…κάτσε φρόνιμα να γίνεις νοικοκύρης»! Από πουθενά δεν φαίνεται η πίστη ότι ο Λαός, αυτός ο συγκεκριμένος όπως τον κατάντησαν Λαός μπορεί να τα καταφέρει. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, αργά ή γρήγορα οι Έλληνες πείθονται ότι δεν διαθέτουν τις απαιτούμενες ικανότητες, να προσαρμοστούν στις προκλήσεις που θα μπορούσαν να καλλιεργήσουν παραπέρα τις ικανότητες αυτές. Το φάντασμα της ψαροκώσταινας ή της «μικρής αλλά τίμιας Ελλάδας» κυκλοφόρησε για χρόνια στα σχολεία, στις οικογένειες, ώσπου συνάντησε στα πανεπιστήμια τον μηδενισμό και έσμιξε μαζί του για τα καλά.

Η αποτυχία και της πρώτης φοράς «Αριστεράς» ήρθε ως το κερασάκι στην τούρτα της ανολοκλήρωτης επανάστασης του ’21, σχεδόν 198 χρόνια μετά

Θεόδωρος Ψαλλίδας

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *