Σκηνοθεσία Τζουζέπε Τορνατόρε με τους: Φιλίπ Νουαρέ, Ζακ Περέν, Μάριο Λεονάρντι

Η ταινία αγαπήθηκε βαθιά από το κινηματογραφικό κοινό. Ο Giuseppe Tornatore κατόρθωσε να κάνει πραγματικότητα μία ταινία που εκφράζει με τον πιο εύγλωττο τρόπο την ερωτική σχέση που συχνά διατηρούμε με τον κινηματογράφο, μία σχέση απολύτως διαλεκτική. Κοντά σε αυτό, πραγματεύτηκε με τρυφερότητα και νοσταλγία τα πρώτα φιλιά, τα συγκλονιστικά φιλιά, τους ανεκπλήρωτους έρωτες, τους ομολογημένους πρώτους έρωτες, όλα αυτά που γλυκαίνουν ή πικραίνουν τη ζωή μας και διαμορφώνουν αναζωογονητικές αναμνήσεις. Το αποτέλεσμα που είδαμε στην οθόνη μίλησε κατευθείαν στην καρδιά των θεατών. Όλων των θεατών, καθώς όλοι διασώζουμε μέσα μας κομμάτια από τους, παρελθόντες ή μη, έρωτες της ζωής μας. Αυτά είναι που μας βοηθούν να πορευόμαστε.

Η ταινία αφηγείται με τον πιο γλαφυρό τρόπο την ιστορία ενός ολόκληρου χωριού στη Σικελία. Μία ζωή που εξελίσσεται γύρω από μία κινηματογραφική αίθουσα μέσα από την οθόνη της οποίας οι κάτοικοι ζουν τα όνειρά τους και εμπνέονται από τους bigger than life ήρωες. Ο κεντρικός ήρωας είναι ο μικρός Salvatore, ο οποίος, ορφανός από πατέρα και παραμελημένος από την οικογένειά του, βρίσκει την στοργή στο πρόσωπο του μηχανικού προβολής του κινηματογράφου , Alfredo. Ο Alfredo σταδιακά του μαθαίνει την δουλειά κυρίαρχα όμως τον μυεί με το πιο τελετουργικό τρόπο στη μαγεία της μεγάλης οθόνης. Ο Salvatore χτίζει μία ισχυρή σχέση με την πατρική φιγούρα του Alfredo και μετά από το ατύχημα του τελευταίου, αναλαμβάνει το πόστο του εξ ολοκλήρου, κάτι που αρχικά μοιάζει με εκπλήρωση ενός ονείρου του μικρού Salvatore στη συνέχεια όμως αντιλαμβανόμαστε ότι είναι απλώς το πρώτο βήμα προς την ολοκλήρωση της ουσιαστικής σχέσης του με τον κινηματογράφο. Ο Salvatore μεγαλώνει, ωριμάζει, ερωτεύεται, πονά και πάντα το καταφύγιό του παραμένει αυτός ο μικρός θάλαμος στο Cinema Paradiso. Η ταινία είναι ένα Flashback που πυροδοτείται από την είδηση του θανάτου του Alfredo. Βλέπουμε τον Salvatore, ώριμο άνδρα πλέον, πετυχημένο σκηνοθέτη, να αναπολεί την ζωή του από την ώρα που γνώρισε τον Alfredo ως το οριστικό κλείσιμο – κατεδάφιση του αγαπημένου του σινεμά και την ακόλουθη φυγή του. Οι μνήμες του ζωντανεύουν μπροστά στα μάτια μας ένα Φελλινικό μωσαϊκό χαρακτήρων. Ένα χωριό με όλους τους χαρακτηριστικούς τύπους (τον Δήμαρχο, τον Παπά, τον τρελό του χωριού, τα παιδιά που παίζουν όλη την ημέρα στους δρόμους, τον δάσκαλο κ.λ.π.) που περιμένει κανείς να συναντήσει ( είναι αδύνατο να μην φέρετε το Amarcord στη μνήμη σας – η αναφορά στον Fellini είναι ξεκάθαρη) σ’ αυτό.

Ο Tornatore απεδείχθη μόνο με αυτήν του την ταινία ένας ικανός αφηγητής και λέω μόνο, γιατί η καριέρα του ποτέ ξανά δεν άγγιξε την κορυφή. Το αυτοβιογραφικό στοιχείο που ενυπάρχει στην ιστορία ήταν φαίνεται αυτό που εξασφάλισε την ομαλή και με τόση φυσικότητα αφήγηση. Η ιστορία κυλά αβίαστα χωρίς κοιλιές, χωρίς μελοδραματικές υπερβολές, με εξαιρετικά καλά ενταγμένα στη ροή της κωμικά στιγμιότυπα και ίσως θα πρέπει να τονίσω ότι ιδιαιτέρως το πρώτο μισό που αφορά στην παιδική ηλικία του Salvatore και την γνωριμία και σχέση του με τον Alfredo, είναι σχεδόν άρτιο. Μαγικές είναι οι σκηνές που διαδραματίζονται στην κινηματογραφική αίθουσα. Οι θεατές ζουν στην κυριολεξία μέσα σ’ αυτή, καπνίζουν, πίνουν, ερωτεύονται, θηλάζουν τα παιδιά τους, φωνάζουν, εξαγριώνονται και κυρίως περιμένουν με αγωνία αυτό το φιλί. Αυτό το φιλί που έχει αφαιρεθεί με το αυτοσχέδιο μοντάζ του Alfredo πάντα ύστερα από παραίνεση του παπά, ο οποίος έχει πάντα την ευκαιρία να το απολαύσει λίγο πριν το καταδικάσει.

Το δεύτερο μισό είναι κάπως κατώτερο, καθώς μοιάζει αναπόφευκτη η εξέλιξη της ταινίας σε δράμα και μάλιστα σε μεγάλο βαθμό προβλέψιμο. Το δεύτερο μισό διαθέτει την πίκρα που έχει κάθε «τέλος» και αυτό συχνά είναι δύσκολο να το διαχειριστεί ένας σκηνοθέτης χωρίς να υποπέσει σε μελοδραματικά σφάλματα και χωρίς να προσπαθήσει να εκβιάσει το δάκρυ του θεατή του. Ωστόσο θα πρέπει να πω ότι ο Tornatore στέκεται στο ύψος των περιστάσεων.

Εκείνο που πάντοτε μαγεύει, τουλάχιστον εμένα στην ταινία, είναι ο τρόπος με τον οποίο σχετίζεται ο πρωταγωνιστής της με τα πράγματα και τα πρόσωπα και κυρίως ο τρόπος με τον οποίο ο δημιουργός μας το επικοινωνεί. Ο Salvatore αντιδρά με πάθος σε όλες τις σχέσεις και καταστάσεις γύρω του και διατηρεί μία βαθιά ερωτική ματιά για όλα. Η ιδέα της αφήγησης της σχέσης του Salvatore με τον κινηματογράφο παράλληλα με αυτήν του έρωτά του για την Elena, είναι πραγματικά ευφυέστατη. Η μία σχέση συμπληρώνει την άλλη και στο τέλος διαπιστώνουμε ότι και οι δύο μαζί είναι αυτές που του προσφέρουν όλα όσα εμπεριέχονται στον έναν , τον μεγάλο έρωτα. Πόνο, μοναξιά, πάθος, χαρά, αγωνία, ζήλια, ευτυχία, απογοήτευση. Τα πάντα. Η σκηνή του φιλιού μέσα στον θάλαμο προβολής μου κόβει την ανάσα σε κάθε θέαση της ταινίας. Ίσως γιατί αυτό το πολυαναμενόμενο αλλά ξαφνικό, αγνό αλλά και παθιασμένο φιλί περιγράφει με τον καλύτερο τρόπο το πώς νιώθω μέσα σε μία κινηματογραφική αίθουσα απολαμβάνοντας μία ταινία. Παρασύρθηκα? Δεν πειράζει. Έτσι και αλλιώς πολύ λίγοι είστε οι λάτρεις του σινεμά που δεν αγαπάτε ειλικρινά αυτήν την ταινία. Οι υπόλοιποι έχετε την άδειά μου να με χαρακτηρίσετε γραφική.

Το φιλί, λοιπόν, είναι ένα σημαντικό στοιχείο στο φιλμ του Tornatore. Το φιλί της οθόνης που αφαιρείται μετά την λογοκρισία του παπά από την κόπια της κάθε ταινίας, το φιλί που περιμένουν αλλά δεν βλέπουν οι θεατές, η αποκατάστασή του στην οθόνη με την πάροδο των χρόνων, το φιλί του Salvatore και της Elena, το μοντάζ των κομμένων φιλιών που θα απελευθερώσει ανακουφιστικά κάθε συναίσθημά σας στο τέλος. Ναι, είναι ίσως το σημαντικότερο στοιχείο έκφρασης του δημιουργού. Είναι και αυτό που απελευθερώνει τον ώριμο αλλά στεγνό πλέον Salvatore στην τελική σκηνή, θυμίζοντάς του τον τρόπο με τον οποίο οι πρώτες και αξεπέραστες αγάπες του λειτουργούσαν ως μοχλός έμπνευσης. Το μοντάζ των φιλιών συνοδευόμενο από την μουσική του Morricone αποτελεί μία εξαιρετικά φορτισμένη σκηνή όχι μόνο για τον ήρωα της ταινίας αλλά και για τον καθένα από εμάς που βλέπει να περνά η ιστορία του κινηματογράφου από τα μάτια του με τον πιο ιδιότυπο τρόπο.

Οι ερμηνείες είναι εξαιρετικές. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι την παράσταση κλέβει ο μικρός Salvatore Cascio του οποίου η ερμηνεία είναι πραγματικά η κινητήρια δύναμη του φιλμ. Κοντά του o έμπειρος Philippe Noiret, μία τραχιά και ταυτόχρονη τρυφερή παρουσία συντροφεύει ερμηνευτικά τον μικρό Salvatore χωρίς ούτε λεπτό να τον καπελώνει. Όμως το σημαντικό στο φιλμ παραμένει ότι το casting στο σύνολό του υπήρξε υπέροχο. Όλοι οι ρόλοι μικροί μεγάλοι, κομπάρσοι, μοιάζουν να ανήκουν από πάντα και για πάντα στο σκηνικό του Paradiso.

Η ταινία τιμήθηκε με το academy award καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας, μία διάκριση που της άρμοζε απολύτως καθώς σπάνια τα όνειρά μας και οι πόθοι μας αντιμετωπίστηκαν με τόση τρυφερότητα και σεβασμό. Ο λυγμός του τέλους είναι γλυκός. Μην αποπειραθείτε να τον πνίξετε.
από το cine.gr

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *