Σα να ξύπνησα από λήθαργο, φρέναρα απότομα στο κόκκινο φανάρι και τα λάστιχα άναψαν στην τριβή με την άσφαλτο. Μυρουδιά καμένου λάστιχου μπήκε από το παράθυρο και ο πίσω οδηγός βλαστήμησε την αφηρημάδα μου. Νεκρώνω τη μηχανή και προσπαθώ να κεντράρω στο πρόσωπο που χώθηκε στο παρμπρίζ. «Να το καθαρίσω;» λέει με τα σπασμένα ελληνικά του. Μάτια μαύρα, επίμονα, σχεδόν σαγηνευτικά. Πρόσωπο χαραγμένο από την προσπάθεια της μέρας. Δέρμα κάστανο από την καύτρα του ήλιου.
Κι ένα τσιγάρο να περιφέρεται, σβηστό σχεδόν, στο στόμα του. Δεν τον διακρίνω καθαρά πίσω από τη βρόμικη σαπουνάδα που απλώνει στο τζάμι μα ύστερα με την ανάστροφη τραβάει το θαμπό και ξεπροβάλλει η μορφή του. Δεκαπέντε – δεκάξι χρονών, ένα αγόρι πλασμένο για ερωτικά παιχνίδια, μου απλώνει το χέρι. Δεν το βλέπω, κρατάω στη χούφτα λίγα ψιλά, μα δεν κάνω την κίνηση. Το αγόρι του έρωτα, χαμογελάει μ’ ένα σαρκαστικό χαμόγελο, «δεν πειράζει μανταμίτσα… έχασα». Τα κορναρίσματα με επαναφέρουν στο φανάρι που άναψε πάλι κόκκινο κι αφήνω στην παλάμη του όλα τα ψιλά της χούφτας μου. «Άντε και μ’ έσκασες»
γελάει τώρα και προχωράει στον βιαστικό οδηγό πίσω μου που συνεχίζει να φωνάζει βρίζοντας. «Το αγόρι του έρωτα» χαμογελάω στη σκέψη μου, «αλητάκος κι αυτό σαν κάθε έρωτας»
Νικολέτα Ανδριανή

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *