Κάποιες φορές οι εθνικιστές μας σε κάνουν ν’ αναρωτιέσαι όχι μόνο για τη στρατηγική, αλλά και γι’ αυτήν ακόμη τη νοημοσύνη τους.

Το προσφιλέστερο λ.χ. σύνθημα των μακεδονικών συλλαλητηρίων του τελευταίου μήνα, η ιαχή «δεν θα γίνεις Ελληνας ποτέ, Σκοπιανέ!», θα έκανε τα ινδάλματα των ίδιων διαδηλωτών να φρίξουν. Αν μη τι άλλο, η αποστολή που ο Παύλος Μελάς και οι ομόλογοί του είχαν θέσει στον εαυτό τους, ήταν να πείσουν (με τον λόγο και με το μαχαίρι) τους Σλαβομακεδόνες να δηλώσουν Ελληνες.

Και μπορεί μεν οι συμφωνίες της Πρέσπας να μην έχουν την παραμικρή σχέση μ’ αυτή την ιστορική παρακαταθήκη, αφού ουδείς «Σκοπιανός» ούτε καλείται ούτε ζήτησε να εξελληνιστεί, η γηπεδική καταγγελία της αποδεικνύεται ωστόσο εξαιρετικά εύγλωττη για τα ποιοτικά χαρακτηριστικά των συμπολιτών μας που πρωτοστατούν στα γαλανόλευκα καρναβάλια της τρέχουσας καλοκαιρινής σεζόν.

Από μια άλλη σκοπιά, μπορούμε ωστόσο να διαγνώσουμε μια υπαρκτή συνέχεια ανάμεσα στους εικονικούς μακεδονομάχους των ημερών μας και τους πολιτικούς τους προγόνους περασμένων εποχών.

Οχι φυσικά του 1904-1908, όταν προσημειώθηκε με αίμα η τύχη τής τότε οθωμανικής Μακεδονίας, αλλά του 1936-1941: τότε που ο «Τρίτος Ελληνικός Πολιτισμός» του δικτάτορα Μεταξά εξελλήνισε επιφανειακά (με τον βούρδουλα και το ρετσινόλαδο) όσους Μακεδόνες είχαν την ατυχία να μιλούν ως μητρική γλώσσα το «τρισκατάρατο σλαβικό ιδίωμα» − και δημιούργησε όλες τις προϋποθέσεις για την εκρηκτική αντίδραση αυτών των καταπιεσμένων πολιτών, μόλις η τροπή του Β’ Παγκοσμίου πολέμου αφαίρεσε από την περιοχή την κατασταλτική πανοπλία του ελληνικού κράτους.

Παρά τον παλιομοδίτικο (και συχνά απλώς φαιδρό) ελληνοχριστιανισμό τους, τα τωρινά συλλαλητήρια της εθνικιστικής Δεξιάς απέχουν βέβαια έτη φωτός από την ολοκληρωτική τρομοκρατία της 4ης Αυγούστου.

Καλό είναι ωστόσο να θυμόμαστε πως, όταν ακριβώς επιβλήθηκε στην ελληνική Μακεδονία η πιο πανηγυρική, καθολικά εθνική ομοφωνία (μέχρι του σημείου να υποχρεωθούν οι κάτοικοι να βάψουν γαλανόλευκα τα σπίτια τους), καλλιεργήθηκε το έδαφος για οδυνηρές εκπλήξεις.

Στο σημερινό μας αφιέρωμα θ’ ασχοληθούμε με μια ειδικότερη πτυχή αυτής της ανατροπήςτην αξιοποίηση από την αλυτρωτική βουλγαρική προπαγάνδα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου των αστυνομικών φακέλων που είχε καταρτίσει τα προηγούμενα χρόνια το ελληνικό κράτος για την επιτήρηση και τον εθνικό φρονηματισμό των σλαβόφωνων πολιτών του.

Αξιοποίηση που πιστοποιείται τόσο από ελληνικές πηγές όσο κι από τα σχετικά υπηρεσιακά αρχεία του Αξονα στη Σόφια και το Βερολίνο.

Το σοκ του 1941

Η κατάρρευση του μετώπου το 1941 και η εσπευσμένη αποχώρηση του ελληνικού στρατού και των σωμάτων ασφαλείας από τις σλαβόφωνες περιοχές της Δυτικής και Κεντρικής Μακεδονίας έγινε ως γνωστόν δεκτή με πανηγυρισμούς από μεγάλη μερίδα του πληθυσμού αυτών των τελευταίων.

Σε πολλά χωριά, διαβάζουμε σε αστυνομική αναφορά της εποχής (12/8/1941), «υψώθηκαν βουλγαρικαί σημαίαι και ανηρτήθησαν εικόνες του βασιλέως της Βουλγαρίας, έλαβον δε χώραν εκδηλώσεις και ζητωκραυγαί υπέρ της Βουλγαρίας. Τόσον εις τα χωρία ταύτα, όσον και πανταχού όπου υπάρχουσι Βουλγαρόφρονες έπαυσαν ομιλούντες την ελληνικήν γλώσσαν και ομιλούσι την τοπικήν σλαυϊκήν, συγκενεύουσαν με την βουλγαρικήν. Αδουσι άσματα βουλγαρικά. Αι ελληνικαί επιγραφαί των καταστημάτων κατεβιβάσθησαν και ανηρτήθησαν βουλγαρικαί. Οι ιερείς λειτουργούσιν εις γλώσσαν βουλγαρικήν και οι μη συμμορφωθέντες εξεδιώχθησαν» (Αρχείο Αθ. Χρυσοχόου, φ.1, εγγρ.9).

Η απαγορευμένη γιορτή των Κυρίλλου και Μεθοδίου (24 Μαΐου) και τοπικές επέτειοι της αντιοθωμανικής επανάστασης του 1903 γιορτάστηκαν πανηγυρικά, με πρωταγωνιστές συχνά ντόπιους εκπαιδευτικούς ή άλλους δημοσίους υπαλλήλους.

Εντυπωσιακό ήταν επίσης το σβήσιμο των παλιότερων διαχωριστικών γραμμών, μεταξύ «βουλγαριζόντων» και «γρεκομάνων»όπως επισημαίνει ο καθ’ ύλην αρμόδιος γενικός επιθεωρητής νομαρχιών του Τσολάκογλου, εκτός από τους «παλαιούς εξαρχικούς» (και κατά τεκμήριο βουλγαρόφιλους), στις εκδηλώσεις αυτές μετείχαν και ουκ ολίγοι Μακεδόνες που επί Τουρκοκρατίας «είχον διατηρήσει αμείωτον το [ελληνικόν] εθνικόν αυτών αίσθημα» (Αθανάσιος Χρυσοχόου, «Η Κατοχή εν Μακεδονία», τ.Β1, Θεσσ/νίκη 1950, σ.17).

Απ’ όλες ανεξαίρετα τις πηγές της εποχής, ως βασική αιτία αυτού του απρόσμενου ξεσπάσματος εντοπίζεται η τραυματική εμπειρία της μεταξικής δικτατορίας, όταν με διαταγή του γενικού διοικητή Μακεδονίας (122770/1936) απαγορεύθηκε η δημόσια ομιλία της σλαβομακεδονικής κι επιβάλλονταν βαριά πρόστιμα κι εξευτελιστική κατάποση ρετσινόλαδου στους παραβάτες (βλ. Τάσος Κωστόπουλος, «Η απαγορευμένη γλώσσα», Αθήνα 2000, σ.162-180).

Ακόμη και ο γνωστός εκδότης και πολιτικός παράγοντας Δημήτριος Λαμπράκης, σε επιστολή του προς τον εξόριστο πρωθυπουργό Εμμανουήλ Τσουδερό, τον Ιανουάριο του 1944, θεωρεί βέβαιο «ότι εάν δεν εμεσολάβη η 4η Αυγούστου αι Βουλγαρικαί εκδηλώσεις θα ήσαν μικροτέρας κλίμακος και ακόμη μικροτέρας εκτάσεως» (Αρχείο Τσουδερού, φ.Ε16, εγγρ.38).

Ιχνη από τη διατεταγμένη εθνικοφροσύνη της 4ης Αυγούστου στον τοίχο εγκαταλειμμένου σπιτιού των Κορεστίων (2003).Ιχνη από τη διατεταγμένη εθνικοφροσύνη της 4ης Αυγούστου στον τοίχο εγκαταλειμμένου σπιτιού των Κορεστίων (2003). | Τ.Κωστόπουλος

Σημαντικό ρόλο έπαιξαν επίσης οι μαζικές εκτοπίσεις «υπόπτων» στη διάρκεια του πολέμου, με θύματα συχνά τους γονείς ή τα αδέρφια φαντάρων που μάχονταν στο αλβανικό μέτωπο.

Εξίσου εμβληματική υπήρξε, τέλος, η υπόθαλψη των ανθελληνικών εκδηλώσεων από επώνυμους ντόπιους «Ελληνες εθνικιστές», που μετά τον Μεταξά έσπευσαν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους και στα νέα αφεντικά της περιοχής − πραγματικά ή εικαζόμενα.

Ορισμένοι απ’ αυτούς θα αθωωθούν μάλιστα πανηγυρικά, ως «αείποτε εθνικόφρονες», από τα μεταπολεμικά Δικαστήρια Δωσιλόγων − και θα ξαναγίνουν «Ελληνες εθνικιστές».

Για πολλούς Μακεδόνες, η διάρρηξη των δεσμών τους με το ελληνικό κράτος επισφραγίστηκε πάντως την άνοιξη του 1941 από την αιφνίδια ανακάλυψη της εικόνας που οι υπηρεσίας ασφαλείας έτρεφαν για το πρόσωπό τους.

«Πλείστοι αστυνομικοί», εξηγεί ο Λαμπράκης στον Τσουδερό, «διέπραξαν εγκληματική επιπολαιότητα να εγκαταλείψουν άνευ ουδενός λόγου έκθετα τα εμπιστευτικά αρχεία των (Φλώρινα, Αμύνταιον), ούτως ώστε οι Βούλγαροι έσπευσαν άμα τη εισόδω των Γερμανών να τα λάβουν υπό την κατοχήν των και να επιδεικνύουν εις τους διστακτικούς και αμφιρρέποντας ταύτα εις τα οποία ανεγράφοντο και ούτοι ως ύποπτοι».

«Αποδειχθήκαμε άλλη μια φορά πόσον ανίκανοι είμαστε να διοικήσουμε λαούς», διαπιστώνει για την ίδια υπόθεση ο Φλωρινιώτης μακεδονομάχος και πολιτικός Γεώργιος Μόδης. «Η Βουλγαρική προπαγάνδα τον καιρό της κατοχής είχε τις εγκληματικές συλλήψεις [της προηγούμενης περιόδου] τρομερόν όπλο εναντίον μας. Η Χωροφυλακή τής έδωσε και ένα άλλο. Διοικήσεις και υποδιοικήσεις στην φυγή τους μπροστά από τη γερμανική προέλασι, άφησαν έκθετα και τα εμπιστευτικά τους αρχεία. Δε θέλησαν να εξοδεύσουν ένα σπίρτο και να τους βάλουν φωτιά. Και οι πράκτορες του Κομιτάτου τα πήραν και έδειχναν σ’ έναν διστακτικόν ή και σταθερό ιδικό μας την σελίδα όπου χαρακτηριζόταν “ύποπτος”, “επικίνδυνος”, “φανατικός Βούλγαρος” κτλ…» («Αναμνήσεις», Θεσσ/νίκη 2004, σ.392-3).

Η απώλεια των φακέλων επιβεβαιώνεται από το «Δελτίο πληροφοριών μηνός Ιουνίου» (1941) της Διοικήσεως Χωροφυλακής Φλωρίνης«Η Νομαρχία Φλωρίνης διά της από 3-7-41 αναφοράς προς την Γενικήν Διοίκησιν Μακεδονίας αναφέρει ότι περιήλθον εις τας Βουλγαρικάς αρχάς και δι’ αυτών εις τας Γερμανικάς όλοι οι φάκελοι και οι ονομαστικοί κατάλογοι των υπόπτων και ως Βουλγάρων χαρακτηριζομένων, ούτω βάσει των στοιχείων τούτων θα ζητηθή η λειτουργία Βουλγαρικών Σχολείων» (Αρχείο Αθ. Χρυσοχόου, φ.1, εγγρ.8).

Φλώρινα-Σόφια-Βερολίνο

Το διαβιβαστικό της «εθνολογικής στατιστικής» του ελληνικού Α2, από τη βουλγαρική πρεσβεία της Αθήνας στα κεντρικά της ΣόφιαςΤο διαβιβαστικό της «εθνολογικής στατιστικής» του ελληνικού Α2, από τη βουλγαρική πρεσβεία της Αθήνας στα κεντρικά της Σόφιας | ЦДА, ф.176к, оп.21, а.е.2613

Για την αξιοποίηση αυτών των τεκμηρίων από τη βουλγαρική διπλωματία, αποκαλυπτικό είναι το περιεχόμενο του φακέλου των αρχείων του βουλγαρικού Υπ.Εξ. που επιγράφεται «Εφοδιασμός του Υπουργείου με τα αναγκαία ντοκουμέντα για τα εθνικά προβλήματα της Βουλγαρίας σε σχέση με το έργο της μελλοντικής Συνδιάσκεψης Ειρήνης, μετά το τέλος του πολέμου που ξεκίνησε τον Σεπτέμβριο του 1939» (ЦДА, ф.176к, оп.21, а.е.2613).

Δίπλα στις στατιστικές και τους εθνολογικούς χάρτες που κατάρτισαν επιστρατευμένοι επιστήμονες της Σόφιας, συναντάμε και κάμποσα ντοκουμέντα προερχόμενα από τα αρχεία ελληνικών στρατιωτικών μονάδων.

Το εντυπωσιακότερο είναι μια αναλυτική στατιστική του Β’ Σώματος Στρατού (Ιούλιος 1932), με λεπτομερή ταξινόμηση των «βουλγαρόφωνων» κατοίκων κάθε οικισμού του Νομού Φλώρινας-Καστοριάς βάσει των εικαζόμενων εθνικών φρονημάτων τους.

Σε συνολικό πληθυσμό 135.660, ως «βουλγαρόφωνοι» καταγράφονται 88.801 (65,4%), εκ των οποίων οι 21.972 θεωρούνται «Ελληνικής συνειδήσεως», 19.019 «Βουλγαρόφρονες» και 47.810 «Αμφίβολοι» (όπ.π., л.278-294).

Το πρώτο -και αντικειμενικότερο- νούμερο διαψεύδει παταγωδώς την επίσημη απογραφή του 1928, σύμφωνα με την οποία στον νομό διέμεναν μόλις 38.562 άτομα με μητρική γλώσσα τη «μακεδονοσλαυική», ενώ τα υπόλοιπα αποτελούσαν εκ των πραγμάτων λίγο-πολύ αυθαίρετες εκτιμήσεις· στις επόμενες σελίδες, ο συντάκτης της έκθεσης ισχυρίζεται μάλιστα ότι «ένεκα μεγίστης επιεικείας» ταξινόμησε την πλειοψηφία σαν «αμφιβόλου ρευστής συνειδήσεως, εν ω έδει να χαρακτηρισθή βρουλγαρόφρων απ’ άκρου εις άκρον».

Οι αριθμητικοί αυτοί υπολογισμοί συνοδεύονταν άλλωστε από συγκεκριμένες προτάσεις για αναγκαστική μετακίνηση 5 οικογενειών από κάθε σλαβόφωνο χωριό στη Νότια Ελλάδα κι εγκατάσταση στις περιουσίες τους ισάριθμων εθνικοφρόνων από ελληνόφωνα ή αλβανόφωνα χωριά της Καστοριάς, με σκοπό «να τρομοκρατήσωσι» τον ντόπιο πληθυσμό ως «πρωταρχικόν όρον της αφομοιώσεώς του».

Εξίσου εύγλωττη αποδεικνύεται μια ανυπόγραφη επιστολή εθνικόφρονος από τον Αγιο Γερμανό Πρεσπών (21/2/1932) προς κάποιον Παναγιώτη Βαγενά στη Φλώρινα, στέλεχος -όπως προκύπτει από τα συμφραζόμενα- των διωκτικών αρχών (όπ.π., л.258-259).

Ο αποστολέας καταγγέλλει ως «όργανα της βουλγαρικής προπαγάνδας» συγκεκριμένους χωρικούς με τους οποίους φαίνεται πως είχε προσωπικές διαφορές και τους οποίους είχε μηνύσει «επί εσχάτη προδοσία» αλλά αθωώθηκαν δικαστικά· εισηγείται δε τρόπους παγίδευσής τους, «ώστε και εις τας προϊσταμένας μας αρχάς να παρουσιάσωμεν θετικήν εργασίαν και τους πολιτικούς να εξευτελίσωμεν, ώστε να βάλουν την ουρά τους στα σκέλια και να μη τολμούν ν’ αντιδρούν εις το μέλλον».

Αξιοσημείωτη είναι, τέλος, η διαμαρτυρία του για «την εγκληματικήν ανοησίαν να μορφώνωμεν τους εχθρούς μας» στα δημόσια σχολεία «για να μας κτυπήσουν αργότερα με τα δικά μας όπλα»: «Επί τέλους, ποιος θα μας βγάλει απ’ αυτήν την προδοτικήν κατεύθυνσιν που πήραμε, να επαυξάνωμεν την εχθρικήν δυναμικώτητα με δικά μας μέσα, τα οποία στερούμεν από τα καθαρώς δικά μας παιδιά;».

Η επιστολή του χαφιέ της Πρέσπας που βρέθηκε στα βουλγαρικά αρχείαΗ επιστολή του χαφιέ της Πρέσπας που βρέθηκε στα βουλγαρικά αρχεία | ЦДА, ф.176к, оп.21, а.е.2613

Ιδού, λοιπόν, ο αυθεντικός πολιτικός πρόγονος όσων κραυγάζουν «δεν θα γίνεις Ελληνας ποτέ, Σκοπιανέ!».

Μικρή λεπτομέρεια: ως συνεργάτη του στο κυνήγι των αντεθνικών στοιχείων, ο χαφιεδάκος μνημονεύει επανειλημμένα στην επιστολή του τον Φλωρινιώτη φοιτητή Νομικής και τέως ταξιδιωτικό πράκτορα Μενέλαο Γέλε − τον ίδιο άνθρωπο, δηλαδή, που επί Κατοχής ανέλαβε πρόεδρος της άτυπης «Βουλγαρικής Επιτροπής» της Φλώρινας!

Κάποια άλλα αποκαλυπτικά ντοκουμέντα, όπως η τυποποιημένη «εθνολογική κατάστασις πληθυσμού» ενός χωριού της Φλώρινας (βλ. πάνω), εντοπίστηκαν στα αρχεία του γερμανικού Υπ.Εξ., όπου τα είχε διαβιβάσει το βουλγαρικό προς επίρρωση της επιχειρηματολογίας του.

Φιλικές διευθετήσεις

Τα χρόνια πέρασαν. Με πρωτοβουλία των Κωνσταντίνου Καραμανλή και Τοντόρ Ζίβκοφ, ο αντιτουρκικός άξονας Αθήνας-Σόφιας διαδέχθηκε μετά το 1975 τις ψυχροπολεμικές διαχωριστικές γραμμές στα Βαλκάνια, ενώ οι φυγόκεντρες τάσεις της τιτοϊκής Γιουγκοσλαβίας αναθέρμαιναν ήδη το Μακεδονικό.

Εν έτει 1978, η Βουλγαρική Ακαδημία Επιστημών εξέδωσε μια ογκώδη συλλογή τεκμηρίων με σκοπό την προβολή της «βουλγαροσύνης» των Σλαβομακεδόνων.

Τέσσερα από τα 452 ντοκουμέντα που περιλαμβάνονται εκεί είναι έγγραφα του 1936-1940, προερχόμενα από σταθμούς χωροφυλακής του Νομού Φλώρινας («Macedonia. Documents and Materials», Σόφια 1978, σ.850, 852, 855-6 & 859).

Οπως πληροφορούμαστε από το προσωπικό ημερολόγιο του τότε πρεσβευτή της Σόφιας στην Αθήνα, ιστορικού Νικολάι Τοντόροφ, η ελληνική διπλωματία διαμαρτυρήθηκε επίσημα γι’ αυτή τη δημοσίευση, ζητώντας από το βουλγαρικό Υπ.Εξ. «ν’ αφαιρέσουμε κατά τη νέα έκδοση ένα επίμαχο απόσπασμα από τον πρόλογο και να κοπούν κάνα δυο ντοκουμέντα» (Николай Тодоров, «Дневник 1966-1998», Σόφια 2007, σ.313, εγγραφή της 11/4/1980).

Διαφωτιστικότερες εξηγήσεις γι’ αυτό το τελευταίο θα δώσει στον πρέσβη ο υπηρεσιακός εμπειρογνώμων Ευάγγελος Κωφός, κατά τη διάρκεια ανεπίσημου γεύματός τους (23/1/1981): «Με αφορμή τη συλλογή “Μακεδονία”», διαβάζουμε, «ο Κωφός μού είπε τι ανησύχησε περισσότερο τους ανθρώπους του Υπ.Εξ. Αν εξαιρέσουμε την ατυχή φράση στον πρόλογο, δεν τους ενόχλησε το περιεχόμενο κάποιων ντοκουμέντων, τα οποία ζήτησαν ν’ αφαιρεθούν από τη συλλογή, αλλά το γεγονός ότι αυτά τα ντοκουμέντα είχαν πέσει στα χέρια μας τον καιρό της Κατοχής, τα έφεραν δηλαδή στη Βουλγαρία τα στρατεύματά μας ή οι κατοχικές αρχές. Αυτό δεν θέλουν να γνωστοποιηθεί και τους προκάλεσε αρκετές δυσκολίες» (όπ.π., σ.533).

Το διάβημα μάλλον έπιασε τόπο. Η επίμαχη μεν συλλογή δεν επανεκδόθηκε, οπότε δεν τέθηκε ζήτημα απάλειψης οποιωνδήποτε αποσπασμάτων.

Η ογκώδης βουλγαρική βιβλιοπαραγωγή περί Μακεδονικού απέφυγε όμως συστηματικά μέχρι σήμερα ν’ αξιοποιήσει παρόμοια τεκμήρια.

Στα Κρατικά δε Αρχεία της Σόφιας, μπορεί ο φάκελος του Υπ.Εξ. για τις εθνικές διεκδικήσεις να είναι προσπελάσιμος στους ερευνητές, όχι όμως και ο κύριος όγκος των φυλασσόμενων ελληνικών εγγράφων: η σχετική αρχειακή μονάδα (ф.1907к, «συλλογή “ελληνικά ντοκουμέντα”») φέρει την απαγορευτική ένδειξη «αταξινόμητο».

Ο φάκελος ενός χωριού

Η «άκρως επείγουσα» εντολή του βουλγαρικού Υπ.Εξ. να φωτοτυπηθεί το έγγραφο. Η «άκρως επείγουσα» εντολή του βουλγαρικού Υπ.Εξ. να φωτοτυπηθεί το έγγραφο. | ЦДА, ф.176к, оп.21, а.е.2613

Οταν ο γράφων μελετούσε πριν από μερικά χρόνια τον φάκελο των αρχείων του βουλγαρικού Υπ.Εξ. με τα τεκμήρια που θα στήριζαν τις «εθνικές διεκδικήσεις» της Σόφιας στο τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ένα έγγραφο τράβηξε την προσοχή του: η «άκρως επείγουσα-εμπιστευτική» παραγγελία του υπουργείου Εξωτερικών και Θρησκευμάτων προς τη Διεύθυνση Αστυνομίας (15/7/1941) «να βγουν αμέσως 10 φωτοτυπίες του υποβαλλόμενου ελληνόγλωσσου ντοκουμέντου σχετικά με την εθνικότητα των κατοίκων της νοτιομακεδονικής κωμόπολης Εξισού (Ξινό Νερό)» (ЦДА, ф.176к, оп.21, а.е.2613, л.208).

Το επίμαχο ντοκουμέντο δεν περιλαμβάνεται στον φάκελο, ούτε ως πρωτότυπο ούτε ως αντίγραφο. Εντοπίστηκε όμως από τον ιστορικό Βασίλη Μανουσάκη στα μικροφίλμ των αρχείων του γερμανικού υπουργείου Εξωτερικών (Buro des Staatsekretaer, R29612) και παρουσιάζεται εδώ για πρώτη φορά.

Η καρτέλα του Ξινού Νερού στα μικροφίλμ του γερμανικού Υπ.Εξ.Η καρτέλα του Ξινού Νερού στα μικροφίλμ του γερμανικού Υπ.Εξ. | Β. ΜΑΝΟΥΣΑΚΗΣ

Πρόκειται για την ατομική καρτέλα «Εθνολογικής καταστάσεως πληθυσμού» του χωριού Ξινό Νερό που κατάρτισε η αρμόδια υπηρεσία του ελληνικού στρατού στα μεσοπολεμικά χρόνια· φέρει χρονολογία «Εν Φλωρίνη 6/5/1932» κι υπογράφεται απ’ τον υπολοχαγό Γ. Σακελλαρόπουλο. Τα τυποποιημένα χαρακτηριστικά της πιστοποιούν ότι ανάλογες καρτέλες συντάσσονταν για κάθε οικισμό, της Βόρειας τουλάχιστον Ελλάδας.

Από μεταγενέστερα δημοσιεύματα του περιοδικού «Αντί» (15/11/1975 και 12/11/1977) γνωρίζουμε άλλωστε πως η πρακτική αυτή συνεχίστηκε ανελλιπώς από το Α2 του στρατού μέχρι και τα χρόνια της χούντας, αν όχι πολύ αργότερα.

Μαζί με γερμανική μετάφρασή της, η καρτέλα διαβιβάστηκε το καλοκαίρι του 1941 από τη Σόφια στο Βερολίνο, ως «εθνολογικό» επιχείρημα για την επέκταση της βουλγαρικής ζώνης κατοχής προς Δυσμάς.

Το περιεχόμενό της μπορεί να χωριστεί σε τέσσερα μέρη: γενικά στοιχεία για τον οικισμό (νομός-επαρχία-ονομασία) και τον πληθυσμό του (άντρες-γυναίκες-παιδιά)· αριθμητική κατανομή των κατοίκων κατά «εθνικότητες» (Ελληνες – Ισραηλίται – Αρμένιοι – Κιρκάσιοι – Αλβανοί – Ρουμάνοι – Σέρβοι – Βούλγαροι)· ταξινόμηση των (χριστιανορθόδοξων) «Ελλήνων υπηκόων» με βάση το εθνικό φρόνημα ή την ένταξή τους σε «θρησκευτικάς αιρέσεις», με ειδική διάκριση των παλαιοημερολογιτών· καταμέτρηση, τέλος, των «κομμουνιστών» του χωριού.

Αυτά όσον αφορά τις κάθετες στήλες. Για τη διασταύρωση των σχετικών πληροφοριών, κάθε καρτέλα περιείχε όμως περισσότερες από μία τέτοιες υπηρεσιακές ταξινομήσεις, τη μια κάτω από την άλλη, με προσδιορισμό της αντίστοιχης πηγής: (α) «Πληροφορίαι Διοικητικών αρχών (Νομάρχου – Επάρχου κ.λπ.)», (β) «Πληροφορίαι Κοινοτικών Αρχών (εν αντιπαραβολή προς τα μητρώα και ληξιαρχικά βιβλία)», (γ) «Πληροφορίαι Δικαστικών Αρχών», (δ) «Πληροφορίαι Εκπαιδευτικών Λειτουργών», (ε) «Πληροφορίαι Θρησκευτικών λειτουργών», (στ)«Πληροφορίαι Αγροφυλάκων», (ζ) «Πληροφορίαι Δασοφυλάκων», (η) «Πληροφορίαι Χωροφυλακής», (θ), «Πληροφορίαι εμπίστων παραγόντων».

Στη συγκεκριμένη καρτέλα έχουν εισφέρει πέντε μόνο κατηγορίες πληροφοριοδοτώνη κοινοτική αρχή, οι εκπαιδευτικοί και θρησκευτικοί λειτουργοί, η χωροφυλακή και οι «έμπιστοι παράγοντες».

Η πρώτη έδωσε στοιχεία για τον αριθμό και την κατανομή των κατοίκων κατά φύλο/ ηλικία (657 άντρες, 714 γυναίκες, 655 παιδιά, σύνολο 2.026) και «εθνικότητα» (2.024 «Ελληνες», 3 «Ισραηλίται», 1 «Σέρβος» − ο τελευταίος μάλλον ξένος υπήκοος. Σημειώθηκε επίσης 1 «Ρουμάνος», διαγράφηκε όμως στη συνέχεια).

Οι λοιποί πληροφοριοδότες ταξινόμησαν τους αλλόφωνους «Ελληνες υπηκόους» του χωριού με βάση τα εικαζόμενα εθνικά φρονήματά τους.

Ολως παραδόξως, και οι τέσσερις πηγές δεν απέκλιναν μεταξύ τους ούτε μονάδα· σύμπτωση που δεν μπορεί ν’ αποδοθεί παρά σε μεταξύ τους προσυνεννόηση κι αποκαλύπτει το ενιαίο της τοπικής «εθνικοφροσύνης», στην οποία είχε ανατεθεί (υπό ποικίλες ιδιότητες) η επιτήρηση του ντόπιου πληθυσμού.

Κάποια στοιχεία γι’ αυτή την τελευταία αντλούμε από άλλα αρχεία. Οταν τον Ιούλιο του 1934 ο Αθηναίος μακεδονομάχος Αθανάσιος Σουλιώτης-Νικολαΐδης ανέλαβε νομάρχης Φλώρινας, πληροφορήθηκε άτυπα (και κατέγραψε σε σημείωμα) τα ονόματα των «εμπίστων οργάνων πληροφοριών (διά την εθνικήν & αντεθνικήν κίνησιν)»· στο Ξινό Νερό, ως τέτοιο όργανο αναγράφεται ο «γεωργός» -και κατά καιρούς κοινοτάρχης- Γεώργιος Παπαπέτρου, γιος του ιερέα Παπα-Πέτρου Ντούτσεφ που σκοτώθηκε το 1904 από τους κομιτατζήδες με την κατηγορία του καταδότη (Αρχείο Αθ. Σουλιώτη-Νικολαΐδη, φ.2ΙΙ, εγγρ.124).

Γνωρίζουμε, επίσης, ότι το 1932 στο χωριό συγκροτήθηκε με την πλάτη των αρχών πυρήνας της φασιστικής οργάνωσης «Εθνική Ενωσις Ελλάς» (ΕΕΕ), αποσυντέθηκε όμως γρήγορα κάτω από την πίεση των ντόπιων κομμουνιστών (Ανδρέας Αθανασιάδης, «Στη σκια του “βουλγαρισμού”», Θεσ/νίκη 2017, σ.130-1).

Ακολουθώντας την προϋπάρχουσα υπηρεσιακή κατηγοριοποίηση, οι 1.945 «βουλγαρόφωνοι» του χωριού κατανέμονται από τον δάσκαλο, τον ιερέα, τον χωροφύλακα και τον «έμπιστο παράγοντα» σε 22 άτομα «Ελληνικής συνειδήσεως», 208 «Αμφιβόλους» και 1.715 «Βουλγαρόφρονες».

Ο μοναδικός «βλαχόφωνος» κατατάσσεται επίσης σαν «Βλαχόφρων» και όχι «Ελληνικής συνειδήσεως»· ο «Σέρβος» του χωριού ταξινομείται φυσικά ως «Σερβόφρων», οι τρεις Εβραίοι θεωρούνται εξ ορισμού «μη Ελληνες», ενώ κενές παραμένουν οι στήλες των «θρησκευτικών αιρέσεων».

Ολοι οι πληροφοριοδότες, των κοινοτικών αρχών συμπεριλαμβανομένων, συμφωνούν, τέλος, στον αριθμό των εγχώριων κομμουνιστών: μόλις πέντε όλοι κι όλοι, σαφώς λιγότεροι από τα πραγματικά μεγέθη της τοπικής οργάνωσης του ΚΚΕ.

Δεδομένου ότι, στις συνθήκες των ημερών, η ιδιότητα του (ενεργού) κομμουνιστή επέφερε βαρύτερες κυρώσεις από εκείνη του (ανενεργού) «βουλγαρόφρονα», μπορούμε εύλογα να υποθέσουμε πως η υποτίμηση αυτή οφειλόταν ενδεχομένως σε απροθυμία του μικροσκοπικού εθνικόφρονος πυρήνα να προκαλέσει μαζικές διώξεις συγχωριανών του.

Ο ισχυρισμός περί συντριπτικής «βουλγαρίζουσας» πλειοψηφίας ανέβαζε, από την άλλη, τις μετοχές του ίδιου πυρήνα στα μάτια των αρχών.

Η όποια χρησιμότητα της παραπάνω ταξινόμησης διαψεύσθηκε πάντως πανηγυρικά επί Κατοχής: το Ξινό Νερό δεν μετατράπηκε τότε σε προπύργιο Βουλγαρομακεδόνων κομιτατζήδων, σε αντίθεση με κάποια άλλα χωριά, χαρακτηρισμένα σαν αναφανδόν «ελληνόφρονα».

Ακόμη κι όταν τον Αύγουστο του 1944 εγκαταστάθηκε εκεί για έναν μήνα το «2ο Εθελοντικό Τάγμα» της Οχράνα, όλα τα στελέχη και η συντριπτική πλειοψηφία των οπλιτών του ήταν ξενομερίτες «εθελοντές» από τη βουλγαρική περιοχή του Πιρίν (Георги Даскалов, «Участта на Българите в Егейска Македония, 1936-1946», Σόφια 1999, σ.542 & 843-4).

Η τελευταία επίδειξη δύναμης των χρυσαυγιτών στην πλατεία του χωριού (1/9/2008)Η τελευταία επίδειξη δύναμης των χρυσαυγιτών στην πλατεία του χωριού (1/9/2008) | 

Ορισμένα στερεότυπα δεν λένε, ωστόσο, να εξαλειφθούν. Το 1998-1999 και ξανά το 2008, το Ξινό Νερό μετατράπηκε έτσι επανειλημμένα σε προορισμό ποικιλώνυμων ακροδεξιών «εκδρομέων» (από τους «Φίλους του Πράσινου Μπερέ» και το Ελληνικό Μέτωπο του Βορίδη ώς τη Χρυσή Αυγή), αποφασισμένων να «συνετίσουν» τους κατοίκους του. Με τη συνήθη, όπως πάντα, αποτυχία…

Οι ρίζες της «εθνικής επιτήρησης»

Για τη βαθύτερη κατανόηση των μηχανισμών που επικαθόριζαν τις υπηρεσιακές αποτιμήσεις των «εθνικών φρονημάτων» των κατοίκων της ελληνικής Μακεδονίας στον Μεσοπόλεμο, εξαιρετικά χρήσιμη αποδεικνύεται η πρόσφατα δημοσιευμένη διδακτορική διατριβή του εκπαιδευτικού Ανδρέα Αθανασιάδη («Στη σκιά του “βουλγαρισμού”», Θεσσ/νίκη 2017, εκδ. Επίκεντρο).

Ενα εξαίρετο δείγμα τοπικής ιστορίας, με αντικείμενο ακριβώς τη διασύνδεση «εθνικού» και πολιτικού στην περιοχή της Φλώρινας από την ανταλλαγή των πληθυσμών ώς την κατάρρευση του μετώπου το 1941.

Δάσκαλος στη γενέτειρά του Ποντοκώμη, καλός γνώστης ανθρώπων και πραγμάτων αλλά και των παραδοσιακών λειτουργιών της εθνικοφροσύνης στην περιοχή, ο συγγραφέας επικεντρώνεται κυρίως στο φάντασμα του «βουλγαρισμού», που κρεμόταν εκείνα τα χρόνια σαν δαμόκλεια σπάθη πάνω από τον ντόπιο πληθυσμό.

Μέσα από τη μελέτη μιας ευρύτατης γκάμας ατομικών και συλλογικών περιπτώσεων, εξετάζει πώς αυτή η κατηγορία αποδείχθηκε χρήσιμο εργαλείο για την προώθηση κάθε είδους συμφερόντων και στρατηγικών, ως βολική συνήθως συκοφαντία αλλά και προκαθορίζοντας ενίοτε την προσωπική διαδρομή των στοχοποιημένων πολιτών.

Η οξυδέρκειά του και η γνώση του πεδίου δεν τον αφήνουν να παρασυρθεί από τους ισχυρισμούς των πηγών· τις εξετάζει απεναντίας κριτικά, αποκρυπτογραφώντας τις ιδιοτελείς -συχνά- στοχεύσεις των συντακτών τους και εντάσσοντάς τες στο πολιτικό παιχνίδι των ημερών.

Παρά τους εξαιρετικά ήπιους τόνους της γραφής, απολαυστική καθίσταται έτσι η διακριτική αποδόμηση δομικών θεωρημάτων της εθνικόφρονος βιβλιοπαραγωγής, ακόμη κι εκείνης που προέρχεται από επιφανείς πανεπιστημιακές γραφίδες.

Το βιβλίο απαρτίζεται από έξι κεφάλαια. Το πρώτο εξετάζει την κρίσιμη διαπλοκή ανάμεσα στην ιδιοκτησία της γης και την εθνική ταυτότητα: πώς, δηλαδή, η ιδιοποίηση και διανομή των πρώην οθωμανικών κτημάτων μετατράπηκε στο κυριότερο διακύβευμα των κοινωνικοπολιτικών αντιπαραθέσεων της περιόδου και πώς οι συνακόλουθες αντιθέσεις μεταγράφηκαν σε «εθνικές».

Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα αποδεικνύεται η επισήμανση του κοινωνικού υπόβαθρου της διαφοροποίησης των Καυκασίων από τους υπόλοιπους πρόσφυγες − διαφοροποίησης που απαντάται τόσο στις ριζοσπαστικές πρακτικές της εν λόγω πληθυσμιακής ομάδας όσο και στην υπηρεσιακή στοχοποίησή της σαν «μολυσμένης από κομμουνιστικές ιδέες» ή ακόμη και «ρευστής εθνικής συνειδήσεως».

Οι πρόσφυγες από το Καρς, εξηγεί ο Αθανασιάδης, δεν είχαν έρθει μόνο σ’ επαφή με τα κηρύγματα της Ρωσικής Επανάστασης του 1917. Διέθεταν επίσης μια ιδιαίτερη παράδοση κοινοκτημοσύνης των κοινοτικών κτημάτων κι, επιπλέον, ήταν οι μόνοι κάτοικοι της περιοχής που «δεν υπήρξαν Οθωμανοί υπήκοοι» και συνεπώς «δεν βίωσαν την ιδιαίτερη μητροπολιτική εξουσία των υπολοίπων ελληνικών πληθυσμών της Ανατολής» (σ.74).

Οι κρατικές πολιτικές εξάλειψης της σλαβοφωνίας και αφομοίωσης του ντόπιου πληθυσμού, οι αντιστάσεις αυτού του τελευταίου και η ανακλαστική καταγγελία κάθε τοπικιστικής τάσης σαν «βουλγαροκίνητου αυτονομισμού» εξετάζονται στο δεύτερο κεφάλαιο, ενώ το τρίτο είναι αφιερωμένο στην τοπική παρουσία δύο οριακών συλλογικών υποκειμένων: της φασιστικής ΕΕΕ, που απολάμβανε την πλήρη στήριξη των αρχών, και του ΚΚΕ, που δρούσε σ’ ένα περιβάλλον αλλεπάλληλων διώξεων.

Ο συγγραφέας δεν περιορίζεται στην κεντρική έκφραση και στοχοθεσία τους· εστιάζει κυρίως στη γείωσή τους στις τοπικές κοινωνίες, τη στελέχωση και τη δράση τους εντός αυτών των τελευταίων.

Η τελική εικόνα είναι δύο ασύμπτωτα σύνολα. Η ΕΕΕ προσελκύει την αφρόκρεμα της εγχώριας «εθνικής» διανόησης κι αυτοδιαφημίζεται σαν προνομιακός εταίρος του κράτους: «Πόσον χρήσιμον δι’ ένα έκαστον είνε το δελτίον ταυτότητος» της οργάνωσης, διαβάζουμε σε ανακοίνωσή της τον Ιούνιο του 1933, «τούτο θα φανή εκ της μόνης επιδείξεως τούτου εκεί ένθα θα παρίσταται ανάγκη διεκπεραιώσεως των υποθέσεών του» (σ.117-8).

Στενός συνεργάτης της είναι άλλωστε ο παραδοσιακός ταγός εθνικοφροσύνης, ο «Σύλλογος Μακεδονομάχων “Παύλος Μελάς”», το τοπικό παράρτημα του οποίου θα χαιρετίσει πρώτο πρώτο το 1931 το αντισημιτικό πογκρόμ του Κάμπελ.

Οι κομμουνιστές, αντίθετα, αναλώνονται στην προάσπιση των κοινωνικά αδύναμων: οργανώνουν τις πρώτες εργατικές απεργίες, υπερασπίζονται τα γλωσσικά δικαιώματα των σλαβόφωνων Μακεδόνων και πολεμούν τον εθνοτικό διαχωρισμό: σε μια εποχή που ντόπιοι και πρόσφυγες διαγκωνίζονται για να εκτοπίσουν οι μεν τους δε από τα επίζηλα χωράφια, το ΚΚΕ διακηρύσσει ότι μόνο με κοινούς αγώνες, «και όχι με αμοιβαίες κλεψιές, μπορούν πραγματικά να καλυτερέψουν τη θέση τους» (σ.147).

Η αξιοποίηση της εθνικής κινδυνολογίας στις τοπικές πολιτικές αναμετρήσεις, μέσω της διαβολής των αντιπάλων σαν ατόμων «ρευστής συνειδήσεως» ή ακόμη και «ανθελλήνων» είναι το αντικείμενο του πέμπτου κεφαλαίου.

Στις δημοτικές εκλογές του 1934, ακόμη και το σύνθημα «Ζήτω η Φλώρινα» του ντόπιου υποψηφίου των Λαϊκών καταγγέλθηκε έτσι από την αντίπαλη παράταξη των Μοναστηριωτών σαν «κρυπτοβουλγαρικό».

Στις βουλευτικές πάλι εκλογές του 1935, ανάλογες κατηγορίες θα επιφυλάξουν οι Λαϊκοί στον πρώην ομόφρονά τους πολιτευτή Φίλιππο Δραγούμη, που είχε ταχθεί υπέρ μιας διευρυμένης αυτοδιοίκησης και της αβασίλευτης δημοκρατίας.

Ειδικά για το ζήτημα του «βουλγαρισμού», εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει το τέταρτο κεφάλαιο, όπου εξετάζονται δυο διαφορετικές πτυχέςη σποραδική δράση των κομιτατζήδων του (ακροδεξιού μεγαλοβουλγαρικού) ΒΜΡΟ και η προσωπική διαδρομή του Μενελάου Γέλε, ενός δυναμικού τοπικού παράγοντα, που στοχοποιήθηκε ως «εθνικά επικίνδυνος» από τους πολιτικούς αντιπάλους κι επαγγελματικούς ανταγωνιστές του.

Ως προς το πρώτο, ο Αθανασιάδης αποδομεί κριτικά την αχαλίνωτη κινδυνολογία των ημερών περί «κομιτατζηδοκρατούμενης Φλώρινας», μέσα από τη συστηματική εξέταση των κυριότερων υποθέσεων της εποχής − οι περισσότερες από τις οποίες υπήρξαν τελικά έργο κομιτατζήδων μόνο στη φαντασία του εθνικόφρονος αθηναϊκού Τύπου.

Οσον αφορά το δεύτερο, επιχειρεί τον προσεκτικό διαχωρισμό των πραγματικών δεδομένων από τον μύθο που χτίστηκε μεταπολεμικά, μετά τη δωσίλογη πολιτεία του Γέλε στη διάρκεια της Κατοχής.

Το βιβλίο κλείνει με την ανατομία του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου στην περιοχή, όταν η αιχμή του δόρατος της εθνικοφροσύνης των προηγούμενων χρόνων αναγορεύτηκε σε ανεξέλεγκτη εξουσία.

Εκτός από τη σκιαγράφηση της αμείλικτης κρατικής καταστολής, διερευνώνται επίσης φαινόμενα όπως η μαζικότητα και εμβέλεια της τοπικής ΕΟΝ, αλλά και τα οικονομικά συμφέροντα που επενδύθηκαν στη φλωρινιώτικη εκδοχή του Τρίτου Ελληνικού Πολιτισμού, προδικάζοντας την τραγωδία που ακολούθησε.

efsyn

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *