Facebooktwitterlinkedinmail

Οι νεανικές παρέες φλέγονται για ζωή μετά τη φρίκη του πολέμου. Το πρώτο ροκ μανιφέστο γράφεται το 1944 από τον Γιώργο Μακρή. Η Λένα Τσούχλου με το ποίημά της «Εμείς οι Λίγοι» (1946), ρίχνει σπίθες εκφράζοντας τα παιδιά «με τη φλογισμένη καρδιά και τα έξαλλα μάτια». Η Τσούχλου υπήρξε δραστήριο μέλος της παρέας των «Ανεύθυνων», που αποτέλεσαν τις πρώτες μεταπολεμικές παρέες υπαρξιστών.

Είμαστε εμείς οι ονειροπαρμένοι
τρελοί της γης
με τη φλογισμένη καρδιά
και τα έξαλλα μάτια
Είμαστε οι αλύτρωτοι στοχαστές
και οι τραγικοί ερωτευμένοι
Χίλιοι ήλιοι κυλούνε μες στο αίμα μας
κι ολούθε μας κυνηγά το όραμα του απείρου…

Στα χρόνια που ακολουθούν, (1953-1956) η Ελλάδα θα ζήσει την έκρηξη του Rock ‘n’ Roll χάρη στην (αναπόφευκτη) Αμερικάνικη βοήθεια: στις σκοτεινές αίθουσες προβάλλεται η ταινία «Η Ζούγκλα του μαυροπίνακα» («Blackboard Jungle») και στο λιμάνι του Πειραιά δένει ο 6ος Αμερικανικός Στόλος, η ορχήστρα του οποίου παραδίδει μαθήματα ξέφρενου Rock ‘n’ Roll στο Ζάππειο
Αλλά και σε μια άλλη γειτονιάς της Αθήνας, το Ψυρρή, στήνεται από τα μέσα της δεκαετίας του ’50, ένα θεότρελο και ατελείωτο πάρτι από τους υπαρξιστές του «Εθνικού Συλλόγου Ελλήνων Υπαρξιστών» στην περίφημη ιπτάμενη παράγκα στην οδό Σαρρή 29. Και κάπως έτσι, ή περίπου έτσι, ή έτσι ακριβώς γεννήθηκε το ροκ στην Ελλάδα

Ψυχεδέλεια, LSD και Πουλικάκος
Στις εποχές που κύλισαν, όπως κυλάει η βελόνα του πικ απ πάνω στις αυλακιές του βινυλίου, το ελληνικό ροκ βγήκε αλώβητο ακόμα και στα σκοτεινά χρόνια της δικτατορίας (1967-1974).
Με φόρα από τα ψυχεδελικά ‘60s, η Ελλάδα επαναπροσδιορίζει τον ορισμό του ροκ, διεκδικώντας ξανά τη θέση του στην Ελληνική κοινωνία. Κλαμπάκια, συναυλίες-οι Beatles είχαν κάνει την αρχή αν και επεισοδιακά, λίγο πριν τη χούντα-, και η μετάδοση της μουσικής γίνεται με τη διαμόρφωση δυο κυρίως αλληλοσυμπληρούμενων «ιδεών»: η ψυχεδελική-που ντύνει έναν ερωτικό κόσμο που ζει στα όρια της ουτοπίας και της ελευθεριότητας και την αντιδιδακτορική, που μάχεται για να ρίξει το σαθρό κάστρο της δικτατορίας ( το τραγούδι που ακούγεται στους κύκλους της αντιδικτατορικής νεολαίας, ήταν ένα κράμα ελληνικού τραγουδιού-Μίκης Θεοδωράκης, Διονύσης Σαββόπουλος, Μάνος Χατζηδάκις, Μαρκόπουλος, Μάνος Λοϊζος-, και με τραγούδια από συγκροτήματα του εξωτερικού-Beatles, Kinks, Stones, Dylan κ.α.)
Κατά τη διάρκεια της πρώτης φάσης, της ψυχεδελικής, θριαμβεύει η χρυσή νεολαία. Μερικά από τα ονόματα που έδωσαν το στίγμα τους και αγαπήθηκαν σε μεγάλο βαθμό είναι οι Charms, οι Idols, οι Ολύμπιανς, οι Νοστράδαμος, η Βίκυ και ο Τόνυ Πινέλι. Την ίδια περίοδο, στην άλλη άκρη του Ατλαντικού, την Αμερική άνθισε το καλοκαίρι της αγάπης, η κορύφωση του χίπικου κινήματος. Στο Monterey Pop Festival που φιλοξενήθηκε στην Καλιφόρνια, η σκηνή γέννησε ονόματα μεγαθήρια όπως τους Jimmy Hendrix, Who, αλλά και Janis Joplin και Otis Redding. Στην Ελλάδα ωστόσο της χούντας και των απαγορεύσεων, αυτό το καλοκαίρι δεν ήρθε ποτέ.

Ο Μάγος του Οζ της ροκ, Δημήτρης Πουλικάκος

Στην Αθήνα, μερικές παρέες δημιουργούν το δικό τους καλοκαίρι, σε κλαμπ όπως αυτό του Λεωνίδα στην πλάκα, εκεί όπου σαρώνουν στη σκηνή οι M.G.C., ένα από τα κυριότερα ελληνικά συγκροτήματα που αναπαράγουν το ψυχεδελικό κλίμα. Αν το καλοκαίρι της αγάπης μπορούσε να είχε μια ουσία να συνοδεύει τις παραισθήσεις, αυτή θα ήταν το LSD. Στην ταλαιπωρημένη Ελλάδα, το «προβληματικό παιδί» όπως το χαρακτήρισε ο δόκτωρ Albert Hoffman που το παρασκεύασε, ήρθε από το αλλόκοτα υπέροχο πλάσμα που ακούει στο όνομα Δημήτρης Πουλικάκος.

Λέγεται μάλιστα πως για να «ταξιδέψει» με αυτό όλη την Αθήνα, είχε τη διαβολική ιδέα να το ρίξει στη λίμνη του Μαραθώνα «για να αλλάξω τη νοοτροπία της μιζέριας», όπως εξομολογήθηκε αργότερα ο ίδιος. Ο Δημήτρης Πουλικάκος, πιονέρος της ψυχεδέλειας στην Ελλάδα, έδρεψε δάφνες με το γκρουπ του, τους M.G.C.- (Modern Greek Compo)
Κατά τη δεύτερη φάση της ελληνικής ψυχεδέλειας (1970-1972), στο σύνολο τους, με εξαίρεση τους Socrates, τα συγκροτήματα επιλέγουν ελληνικό στίχο. Σε αυτό συμβάλει και η κυκλοφορία του τραγουδιού «Γαρύφαλλε, Γαρύφαλλε» που έγραψε ο Γιάννης Κιουρκτσόγλου, ο οποίος το 1970 σχηματίζει τους Πελόμα Μποκιού (μέλος του είναι και ο Βλάσης Μπονάτσος). Με τον Γαρύφαλλο, άνοιξε η στρόφιγγα του ελληνόφωνου στίχου και συγκροτήματα όπως οι Poll, απλά θριάμβευσαν. Οι Poll είναι γνήσιο τέκνο του Κώστα Τουρνά, ο οποίος σχηματίζει το γκρουπ όταν βλέπει την ταινία «Strawberry Statement» που διαπραγματεύεται την φοιτητική εξέγερση στο αμερικάνικο κολέγιο της Κολούμπια το 1968
Η μουσική της νεολαίας που απαξιώνει και απομακρύνεται από τις οικογενειακές αξίες και το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας, βρίσκει στέγη στις μπουάτ και σε κλαμπ όπως το ιστορικό Κύτταρο. Εκεί, ο Πουλικάκος παρουσιάζει ένα από τα σημαντικότερα έργα της ψυχεδελικής περιόδου, το «Μεταφοραί Εκδρομαί ο Μήτσος» (το άλμπουμ κυκλοφόρησε το 1972). Ο Πουλικάκος με το συγκρότημα Εξαδάχτυλος, γελοιοποιούσε σε κάθε στίχο τους συνταγματάρχες αλλά και την κοινωνία της «πλαστικής σακούλας».

Τα συγκροτήματα που εμφανίζονται την περίοδο της δικτατορίας, χωρίζονται σε αυτά με αγγλικό στίχο-Socrates, MGC, Aphrodite’s Child (Βαγγέλης Παπαθανασίου), Λουκάς Σιδέρης, Ντέμης Ρούσος και Αργύρης Κουλούρης) και σε εκείνα με ελληνικό: Poll, Νοστράδαμος, Εξαδάχτυλος, Πελόμα Μποκιού, Μπουρμπούλια.

Πτώση της χούντας, η κασέτα και η πλατεία Εξαρχείων
Στα πρώτα χρόνια της αντιπολίτευσης, επικρατεί μια τελματική περίοδος εκφραστικής ξηρασίας. Η αντιδικτατορική συσπείρωση γίνεται κομμάτια και οι νέοι δεν είναι πια επαναστάτες, είναι σαν επαναστάτες. Ίσως μερίδιο ευθύνης έχουν και οι ηγεσίες των κομμάτων που με τη λογική της αδυσώπητης μάχης για την εξουσία, «έπνιξαν» τη νεολαία, κλείνοντας την σε κομματικά κλουβιά.

Την περίοδο αυτή, αναβιώνει το αντάρτικο τραγούδι, η νεολαία έλκεται από τα αντιστασιακά τραγούδια το ΕΑΜ που ακούγονταν στα βουνά το 1943. Είναι το λεγόμενο ανταρτορόκ που εξοστρακίζει τη ψυχεδελική κουλτούρα των προηγούμενων ετών. Στο κλίμα της πολιτικοποίησης των πάντων, ο Διονύσης Σαββόπουλος κυκλοφορεί πολιτικό δίσκο («Happy Day»), και μπουάτ αλλά και κλαμπ όπως το Κύτταρο, κάνουν στροφή και από την ψυχεδέλεια, φιλοξενούν πλέον δημιουργούς όπως τον Γιάννη Μαρκόπουλο. Χώροι αγκαλιάζουν παραστάσεις με τραγούδι και πολιτικό σόου, όπως αυτές που στήνονται στο «Σούσουρο» με τον Γιάννη Ζουγανέλη, τον Θάνο Ανδριανό, τον Περικλή Χαρβά και τον Νικόλα Άσιμο

Ο Πάνος Τζαβέλας με τον Ηλία Λογοθέτη τραγουδούν στο «Αντάρτικο Λημέρι», το βιβλίο του Πάνου Τζαβέλα
«Ανταρτορόκ»

Τα περισσότερα συγκροτήματα της ψυχεδελικής νεολαίας αλλάζουν ρώτα και ο Παύλος Σιδηρόπουλος, πραγματοποιεί εμφανίσεις στο Κύτταρο (1975) ως «πλανόδιος μάντης», ρόλος που του δόθηκε από την ηθοποιό Δέσποινα Τομαζάνη στο πλαίσιο της εμβόλιμης παράστασής της στο πλαίσιο του προγράμματος του Γιάννη Μαρκοπουλου.

Rock not dead
Το 1976 είναι η χρονιά των ανατροπών. Το ανταρτοροκ πέφτε σε ξέρα, οι χώροι που στέγαζαν τις πολιτικές παραστάσεις βάζουν λουκέτο, και γενικά επικρατεί μια διάθεση ψαξίματος και επαναπροσδιορισμού. Το ροκ αναζωπυρώνεται και πάλι, έτοιμο να κατακτήσει τη κορυφή. Και επειδή οι παρέες γράφουν ιστορία, έχουν πλέον για ορμητήριο την πλατεία Εξαρχείων. Οι αμφισβητίες συχνάζουν στην μποέμικη αυτή γειτονιά των Αθηνών και σταδιακά η περιθωριακή κουλτούρα γίνεται τέχνη που υφαίνεται μαεστρικά από μερικά από τα λούμπεν στοιχεία της εποχής-Νικόλας Άσιμος, Γιόλα Αναγνωστοπούλου και στο κασετόφωνο –η κασέτα κάνει δυναμικά την εμφάνισή της
Ο Παύλος Σιδηρόπουλος
Γεννημένος το ’48, ο ανιψιός της Έλλης Αλεξίου και ο δισέγγονος του θρυλικού Αλέξη Ζορμπά, ο μελαγχολικός πρίγκιπας της ροκ, Παύλος Σιδηρόπουλος θεωρείται μια από τις κορυφαίες μορφές της ελληνικής ροκ σκηνής. Το άλμπουμ του «Φλου» (1979), επηρέασε τη μετέπειτα ροκ κουλτούρα-φέρεται ότι στίχους στο «Φλου» και στο «Εν λευκώ» (δεύτερο άλμπουμ), έγραψε η ποιήτρια Γιόλα Αναγνωστοπούλου, ο μεγάλος έρωτας του Σιδηρόπουλου. Βουτηγμένος στις ουσίες από το 1979, πέθανε από υπερβολική δόση, στις 6 Δεκεμβρίου του 1990

Η μελαγχολική δεκαετία (‘80-‘90)
Οι ήρωες παραμένουν οι ίδιοι (στο εξωτερικό εξακολουθούν και κυριαρχούν οι Rolling Stones, Hedrix, Joplin, Dylan), αλλά και εντός των τειχών η σκηνή διαμορφώνεται με τους ίδιους ήρωες της ψυχεδελικής σκηνής. Το μόνο που αλλάζει είναι ίσως η διάθεση, που ντύνεται με πιο μελαγχολικό mood. Σε αυτό θα συμβάλει και η απογοήτευση από τα κόμματα αλλά και οι ανεπάντεχοι θάνατοι (Σιδηρόπουλος, Άσιμος). Ευστοχα λοιπόν ο Νίκος Πορτοκάλογλου θα χαρακτήριζε τη νεολαία της χωρίς δικαίωση επανάσταση, ως «χαμένη γενιά της μεταπολίτευσης».
Οι ομάδες, όπως καταγράφονται στο βιβλίο του δημοσιογράφου Μανώλη Νταλούκα «Ελληνικό Ροκ», που εμφανίζονται στη διάρκεια της δεκαετίας είναι-οι κυριότερες:

Η ομάδα των ειρώνων, που αποδίδεται από τους Τζίμη Πανούση και Ζωρζ Πιλαλί

Ο Ζωρζ Πιλαλί και ο Χάρης και Πάνος Κατσίχας

Η ομάδα των ρομαντικών –Βαγγέλης Γερμανός, Λάκης Παπαδόπουλος, Χάρης και Πάνος Κατσιμίχας, Λαυρέντης Μαχαιρίτσας, Νίκος Πορτοκάλογλου, Νίκος Ζιώγαλας κ.α.

Η ομάδα της τρυφερής νύχτας (γράφουν για τους έρωτες και τις ευαισθησίες των μεθυσμένων βραδιών)-Σάνυ Μπαλτζή, Μανώλη Νταλούκας, Γιάννης Τζώρτζης, Ίκαρος Μπαμπασάκης.

Η ομάδα του κίτρινου σούρουπου (ιδιαίτερη ομάδα ρομαντικών, συμπεριλαμβάνονται και ποιητές, λογοτέχνες και δημοσιογράφοι, δεμένων πολλές φορές με βαριές ουσίες)-Παύλος Σιδηρόπουλος, Γιόλα Αναγνωστοπούλου, Κατερίνα Γώγου κ.α
Και οι μοναχικοί, όπως ο Νικόλας Άσιμος. Η περίπτωση του ιδιαίτερου αυτού ανθρώπου είναι αδύνατον να στριμωχθεί σε λίγες αράδες. Ο Νικόλας Άσιμος (Ασημόπουλος), από τη φιλοσοφική Θεσσαλονίκης, κατεβαίνει και θρονιάζεται στα Εξάρχεια όπου λατρεύεται στα θεός και λίγο πριν βάλει τέλος στη ζωή του –πέρασε θηλιά γύρω από το λαιμό του και αυτοκτόνησε το 1988 στο σπίτι του που ονόμαζε χώρο προετοιμασίας- η φήμη του τσαλακώνεται από κατηγορίες για βιασμό ανήλικης και ξεπούλημα στις δισκογραφικές της άλλοτε αναρχικής μη υποταγμένης μουσικής του
Τι άλλο έχει το μενού; Βασίλης Παπακωνσταντίνου, οι «Μουσικές Ταξιαρχίες» του Τζίμη Πανούση, οι Sharp Ties του Παντελή Καραχισαρίδη, ο Βαγγέλης Γερμανός, ο Ζωρζ Πιλαλή, ο Λάκης Παπαδόπουλος και αργότερα οι Τρύπες… Το μελαγχολικό συγκρότημα από τη Νεάπολη Θεσσαλονίκης που χάρισε άπειρες ανατριχίλες σε γεμάτα καπνό και αλκοόλ μπαράκια και πάρτι, χρωστά τη τεράστια φήμη του στην ανυπέρβλητη προσωπικότητα του τραγουδιστή Γιάννη Αγγελάκα με τη γνώριμη φωνή, ενέπνευσε πολλά σχήματα της εποχής και τους χάρισε μια θέση στο πάνθεον των πιο ποιοτικών και εμπορικά επιτυχημένων ελληνόφωνων ροκ σχημάτων.