Καπνίζει το τσιγάρο της ονειροπόλησης
σε μια κάμαρα σιωπηλή των αναμνήσεων
ταπεινώνει τις γκρίζες στιγμές της μελαγχολίας
υπογράφει με μαύρο μελάνι τη νύχτα του
και τραγουδά
– άπορα πόριμος –
την αθέατη πλευρά της ζωής του.

Μ’ ένα χορό κι ένα τραγούδι
ένα πιοτό και μια ορτανσία
θα ξεχυθεί από το κατάμεστο
– ήχους σιωπηλούς –
ξενυχτάδικο
σ’ ένα ποτήρι
που βάφεται κατακόκκινο
από ανέρωτο κρασί

Κι όταν τα αποτσίγαρα
γεμάτα υπονοούμενα και βέβηλα βλέμματα
φορτώσουν την ώρα
χτενίζοντας την τελευταία φράση της ημέρας
που έφυγε καλπάζοντας
θα αποχαιρετήσει με ρουμελιώτικο μοιρολόι
σκαρφαλωμένος στη νυχτωμένη ταράτσα
το τελευταίο γλαροπούλι.

Νικολέτα Ανδριανή

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *