Τι απέγινε η οργή του Λαού. Που κρύβεται η πικρία και η αγανάκτηση; Η περιβόητη οργή του κόσμου βρήκε την ησυχία και την απαντοχή της στην σιωπή σ᾽ ένα αραχνοσκεπασμένο σπίτι, εγκαταλειμμένο, γκρίζο, τρομακτικά ερειπωμένο. Καθισμένη σε μια παλιά πολυθρόνα σκονισμένη και σκοροφαγωμένη, με κλειστές κουρτίνες, αμπαρωμένα παράθυρα μη γνωρίζοντας αν έξω είναι χειμώνας ή καλοκαίρι.

Σηκώνεται κάθε πρωί αργά και καθώς χτενίζει τα μαλλιά της βλέπει στην βούρτσα τις πεσμένες τρίχες της, απόδειξη ότι χρόνο πολύ ακόμα δεν έχει αν θέλει να ορθωθεί όπως της πρέπει, όπως της αρμόζει. Φτιάχνει καφέ ανακουνώντας το καφεκούτι ικανοποιημένη πως έχει καφέ για αύριο, ανάβει τσιγάρο κοιτώντας τον τοίχο που πάνω του άπειρα βράδια χιλιάδες φορές έχει φαντασιωθεί και οργανώσει την δική της «Τελευταία  Έξοδο».

Διαβάζει όλα τα μηνύματα που της αφήνουν χρόνια τώρα προσπαθώντας επιμελημένα να μην αφήσει σημάδια πως τα διαβάζει, ενημερώνετε από το ιντερνέτ, διαβάζει εφημερίδες, σφίγγοντας κάθε φορά τα δόντια της καθώς διαπιστώνει πως καταλύεται η Δημοκρατία, παραβιάζεται το σύνταγμα, εξαπατώνται οι πολίτες, σφίγγει την γροθιά της κάθε φορά που βλέπει τα γελαστά γλοιώδη πρόσωπα των δημίων της που πάτησαν πάνω της την εκμεταλλεύτηκαν και τώρα κυβερνούν λυσσαλέα και αδίστακτα.

Βγαίνει στον δρόμο με καλυμμένο το πρόσωπό της, με τα ποιο παλιά φορεμένα ρούχα ξεφτισμένα, σκύβει το κεφάλι κάθε φορά που βλέπει το είδωλό της στο τζάμι των βιτρινών μην αντέχοντας να αντικρίζει την κατάντια της να περπατά σαν να μην συμβαίνει τίποτε.

Αποφεύγει συνειδητά και επιλεγμένα τους δρόμους τους παλιούς. Εκεί που μπορεί να δει και να συναντήσει παλιούς γνωστούς.  Φοβάται να ξαναέρθει σε επαφή με κόσμο γνώριμο και φάτσες γνωστές, αποφεύγει γιατί αναγκάζεται να απολογηθεί και να τους πει κάτι αισιόδοξο για ό,τι συμβαίνει, αλλά και να τους ομολογήσει τι έχει βαθιά κρυμμένο μέσα της. Επιστρέφει στο σπίτι σαστισμένη, τρώει λίγο από την σάρκα της και βγάζει τον πραγματικό της εαυτό στα τελευταία μικροαντικείμενα που έμειναν να της κρατούν συντροφιά.

Τα βράδια της είναι ακόμη ποιο εφιαλτικά. Εκνευρισμένη ανοίγει τα παράθυρα παρακαλώντας να έχει φεγγάρι και στριφογυρνά σαν δαιμονισμένη σε ένα σπίτι ξυπόλυτη κάνοντας ακόμα ένα δικαστήριο με τον εαυτό της. Κατήγορος, κατηγορούμενος, δικαστής και εισαγγελέας μόνο αυτή. Μία οργή στο πιο σκληρό δικαστήριο χωρίς ακροατήριο, χωρίς την παρουσία του κόσμου. Φοβάται, τρέμει μην κάποιος έχει κρατήσει κάτι από τις μέρες της δόξας της ή έχει καταγεγραμμένες κάποιες από τις υποσχέσεις της.

Μάρτυρες υπεράσπισης μια διμοιρία ανδρείες αναμνήσεις. Και την ώρα της καταδικαστικής ετυμηγορίας βαδίζει νωχελικά προς την ντουλάπα ξετρυπώνοντας το κρυμμένο σκουριασμένο κουτί της. Απλώνει κιτρινισμένες φωτογραφίες στο σκονισμένο και άστρωτο κρεβάτι της και παρατάσσει πρόσωπα και σκέψεις άλλων εποχών γραμμένες πάνω σε μικρά χαρτάκια- τότε που σιωπή δεν γνώριζε τι θα πει- θυμάται ποια είναι. Δακρύζει και θυμώνει. Φουντώνει και εκρήγνυται, μα η φωνή της δεν βγαίνει πλέον, δεν ακούγεται ούτε στο δωμάτιό της.

Η οργή πλέον κινείται ξανά στα όριά της ή μάλλον όλως παραδόξως τα έχει προσπεράσει. Είναι αυτή που γεννήθηκε από κόκαλα ιερά, αιματοβαμμένα και κάθε μέρα μέσα στην σιωπή της δεν αγανακτεί αλλά περιμένει. Κάνει τον μαλάκα και υπομένει. Όμως κατά βάθος προσμένει. Αργά και βασανιστικά προσμένει την ημέρα που τα σκοτάδια θα γεμίσουν φως, θα τραβήξει τις κουρτίνες και το σπαθί της θα κατέβει από την φινετσάτη βιτρίνα του σαλονιού της και θα ξανακουμπώσει στο χέρι της.

Θεόδωρος Ψαλλίδας

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *