Facebooktwitterlinkedinmail

Ο Φρόιντ ήξερε πρώτος πως πίσω από τον διεστραμμένο δεν κρύβεται ένας ανώμαλος, αλλά ένας άνθρωπος της καθημερινότητας. Είναι, άλλωστε, αυτός που συνέδεσε τις σεξουαλικές παρεκκλίσεις με τις μορφές του ανθρώπινου βίου – απόδειξη τα ανθολογημένα κείμενα στις «Καθημερινές Σεξουαλικές Διαστροφές» από τις εκδόσεις Άγρα

Στον Φρόιντ τα κύματα των ανωμαλιών και των διαστροφών έγιναν ένα με τη θάλασσα της καθημερινότητας: έπαψαν να σοκάρουν και αποτέλεσαν αντικείμενο μελέτης, μέρος μιας διαπίστωσης που ο ιδρυτής της ψυχανάλυσης ενέταξε στο επιστημονικό του έργο. Ξέροντας πολύ καλά να χωνεύει μέσα στις παρατηρήσεις του την αναρχική ελευθερία της επιθυμίας και την έλλογη προσέγγιση της επιστημονικής συνάφειας, ο Φρόιντ δεν θα μπορούσε να μη λάβει υπόψη την άγρια ορμή της σεξουαλικότητας: η διαστροφή δεν συνιστά έτσι κατ’ ανάγκην παρέκκλιση αλλά μέρος ενός συνολικότερου κανόνα που αφορά αποκλειστικά τον άνθρωπο

Καθώς η σεξουαλικότητα τίθεται στο επίκεντρο του ανθρώπινου βίου, οι ενδεχόμενες παρεκκλίσεις της αποκτούν και αυτές τη δική τους θέση σε μια εκ των πραγμάτων πολυδαίδαλη πορεία που κυμαίνεται από την κανονικότητα μέχρι την αρρώστια. Από τα πρώτα στάδια της ζωής έως τον θάνατο ο καθείς έρχεται αντιμέτωπος, βιώνοντας στο πετσί του, όλα τα είδη και σενάρια της σεξουαλικής διαστροφής: φετιχισμό, ηδονοβλεψία, επιδειξιμανία, σαδομαζοχισμό. Ακόμα και οι διαστροφές εκείνες που πλέον θεωρούνται συνώνυμες της σεξουαλικής κανονικότητας, όπως η ομοφυλοφιλία, είχαν συνδεθεί από τότε από τον Φρόιντ με ένα συγκεκριμένο κοινωνικό πλαίσιο που αρνούνταν την κανονικοποίησή τους – απόδειξη ότι η σεξουαλική συμπεριφορά είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την κοινωνία του ελέγχου. Όπως έγραφε σε σημείωμά του που παρατίθεται στην αρχή του βιβλίου: «Οφείλουμε να βρούμε τον τρόπο να μιλούμε χωρίς πάθος για τις αποκαλούμενες σεξουαλικές διαστροφές, δηλαδή τις παρεκκλίσεις της σεξουαλικής λειτουργίας ως προς τις σωματικές ζώνες και το σεξουαλικό αντικείμενο. Το ακαθόριστο των ορίων όπου θα μπορούσε να περικλειστεί η λεγόμενη φυσιολογική σεξουαλική ζωή, ανάλογα με τις φυλές και τις εποχές, θα έπρεπε να είναι επαρκές, ώστε να καθησυχαστούν οι υπερβολικά επικριτικοί. Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι μεταξύ αυτών των διαστροφών, η πλέον αποκρουστική για μας, ο σαρκικός έρωτας του άντρα προς τον άντρα, υπήρξε για έναν πολιτισμό μακράν ανώτερο του δικού μας, τον ελληνικό λαό, όχι μόνο αποδεκτός αλλά επιπλέον συναρτημένος με σημαντικά κοινωνικά δικαιώματα». Την εξέταση επομένως των ορίων την καταγράφει με τρόπο αναλυτικό στα κείμενά του, μια πολύτιμη ανθολογία των οποίων παρουσιάζουν οι εκδόσεις Άγρα στο βιβλίο «Καθημερινές Σεξουαλικές Διαστροφές», σε ανθολόγηση Romain Enriquez και μετάφραση Σοφίας Λεωνίδη. Η αυστηρότητα του νόμου δεν κατάφερε, άλλωστε, ποτέ να καταπνίξει το πάθος ή τη σεξουαλική ορμή και τη διαστροφή αλλά απλώς να φωτίσει τις προεκτάσεις της, ανάλογα με το είδος του πολιτισμού και τη διάρκεια του νόμου. Όπως επισημαίνει και ο Romain Enriquez στον πρόλογο του βιβλίου: «Αλίμονο σ’ εκείνον που θα ρίξει πρώτος τον λίθο». Ιδού ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα περί φετιχισμού σε ένα κεφάλαιο που, όπως πάντα, κατακτά τον αναγνώστη με τη λογοτεχνική δύναμη και την ακρίβεια της επιστημονικής αρτιότητας

Μας προκαλούν παράξενη εντύπωση οι περιπτώσεις όπου το σεξουαλικό αντικείμενο υποκαθίσταται από ένα άλλο συναφές μ’ αυτό, το οποίο όμως αδυνατεί πλήρως να εξυπηρετήσει έναν κανονικό σεξουαλικό στόχο. Θα ήταν προτιμότερο να είχαμε κατατάξει αυτή την εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ομάδα των σεξουαλικών αποκλίσεων στο κεφάλαιο των παρεκκλίσεων που αφορούν το σεξουαλικό αντικείμενο. Το αναβάλαμε εντούτοις, ώστε να γίνει γνωστός ο παράγοντας της σεξουαλικής υπερεκτίμησης από τον οποίο εξαρτώνται τα φαινόμενα αυτά, φαινόμενα τα οποία συνεπάγονται την εγκατάλειψη του σεξουαλικού στόχου. Το υποκατάστατο του σεξουαλικού αντικειμένου έχει να κάνει με ένα μέρος του σώματος, συνήθως άκρως ακατάλληλο για σεξουαλικό σκοπό (πόδι, μαλλιά), ή ακόμα με ένα άψυχο αντικείμενο που σχετίζεται ξεκάθαρα με το σεξουαλικό πρόσωπο, κατά προτίμηση με τη σεξουαλικότητά του (ρούχο, εσώρουχο). Είναι θεμιτή, συνεπώς, η σύγκριση του υποκατάστατου με το φετίχ, στο οποίο ο πρωτόγονος αναγνωρίζει την ενσάρκωση του θεού του. Μετάβαση σε περιπτώσεις φετιχισμού, με αποποίηση ενός φυσιολογικού ή διαστροφικού σεξουαλικού στόχου, συνιστούν οι περιπτώσεις εκείνες όπου το σεξουαλικό αντικείμενο υπάγεται σε μια φετιχιστική προϋπόθεση, προκειμένου να επιτευχθεί ο σεξουαλικός στόχος (συγκεκριμένο χρώμα μαλλιών, ρούχα, ακόμα και σωματικά ελαττώματα). Δεν υπάρχει άλλη έκφανση της σεξουαλικής ενόρμησης τόσο συγγενική με την παθολογία που να κεντρίζει τόσο το ενδιαφέρον, όσο ο φετιχισμός, δεδομένης της ιδιομορφίας των φαινομένων που συνεπάγονται. Όλες αυτές οι περιπτώσεις προϋποθέτουν μια ύφεση της επιδίωξης του κανονικού σεξουαλικού στόχου (αδυναμία του σεξουαλικού οργάνου κατά την πράξη)

Η σύνδεση με το κανονικό εξασφαλίζεται από την ψυχολογικά αναγκαία υπερεκτίμηση του σεξουαλικού αντικειμένου, η οποία επεκτείνεται αναπόφευκτα σε όλα όσα συνειρμικά συνδέονται μαζί του. Για τον λόγο αυτό, μια κάποια δόση φετιχισμού στον έρωτα θεωρείται φυσιολογική, κυρίως στα στάδια του έρωτα όπου ο κανονικός σεξουαλικός στόχος είναι απροσπέλαστος, η εκπλήρωσή του μοιάζει να έχει αφανιστεί. Δώσ’ μου ένα μαντίλι από το στήθος της, Του ερωτικού μου πόθου καλτσοδέτα Η παθολογία εμφανίζεται στην περίπτωση κατά την οποία η ροπή προς το φετίχ καθηλώνεται πέρα από αυτό το περιστασιακό καθεστώς και παίρνει τη θέση του κανονικού στόχου, όπως επίσης όταν το φετίχ αποσπάται από το συγκεκριμένο πρόσωπο και καθίσταται το αποκλειστικό σεξουαλικό αντικείμενο. Αυτές είναι οι γενικές συνθήκες της μετάβασης από απλές παραλλαγές της σεξουαλικής ενόρμησης σε παθολογικές σεξουαλικές εκτροπές. Όσο για την επιλογή του φετίχ, όπως το επισήμανε πρώτος ο Binet και στη συνέχεια επιβεβαιώθηκε από πολλαπλά παραδείγματα, η έντονη επιρροή ενός σεξουαλικού εντυπώματος, τις περισσότερες φορές κατά την πρώιμη παιδική ηλικία, είναι ένα γεγονός, που μπορούμε να παραβάλλουμε με την παροιμιώδη προσκόλληση των φυσιολογικών ανθρώπων σ’ έναν πρώτο έρωτα. («Επανερχόμαστε πάντοτε στους πρώτους μας έρωτες»). Μια τέτοια προέλευση είναι ιδιαίτερα σαφής σε περιπτώσεις όπου το φετίχ δεν αντιπροσωπεύει παρά μια προϋπόθεση, συνδεδεμένη με το σεξουαλικό αντικείμενο. Θα αναφερθούμε σε άλλα σημεία πιο κάτω στη σημασία των πρώιμων σεξουαλικών εντυπωμάτων. Σε άλλες περιπτώσεις πρόκειται για έναν συμβολικό συνειρμό σκέψεων, ασυνείδητο τις περισσότερες φορές για τα συγκεκριμένα άτομα, γεγονός που οδήγησε στην αντικατάσταση του αντικειμένου από το φετίχ. Δεν είναι πάντα εύκολο να εξακριβώσουμε με σιγουριά τις διαδρομές αυτών των συνειρμών (το πόδι είναι ένα αρχαίο σεξουαλικό σύμβολο, ήδη στον μύθο η «γούνα» χρωστά την ιδιότητά της του φετίχ στη συνειρμική σχέση με το γυναικείο εφήβαιο ): ωστόσο,ένας παρόμοιος συμβολισμός δεν είναι πάντοτε ανεξάρτητος από σεξουαλικές εμπειρίες που προέκυψαν κατά την παιδική ηλικία