Αποκομμένος απ’ όλους κι απ’ όλα
σε μαγεμένη τροχιά
πήρα το δρόμο να φύγω μα ήρθα
τίποτα δε μ’ ακουμπά
στον παράξενό μου χρόνο


«Νικόλας Άσιμος. Ουχί Νίκος, ουδέ Νικόλαος. Νικόλας και το «Άσιμος» με γιώτα…» έλεγε ο ίδιος όταν συστηνόταν και ήξερες από την πρώτη ματιά ότι δεν ήταν ένας συνηθισμένος άνθρωπος. Ένα φιλόσοφος του πεζοδρομίου, ένα στοιχειό των Εξαρχειών που σε σταματούσε στο δρόμο και σε αφόπλιζε με ερωτήσεις του τύπου: «Γιατί πατάς τις κάλτσες σου;» και «Εσύ που φοράς μια γραβάτα είσαι κύριος, εγώ που φοράω δύο είμαι δύο φορές κύριος;». Κάποιοι δεν μπορούσαν να τον καταλάβουν και απλά τον απέρριπταν φωνάζοντας: «Είσαι νούμερο» και ο Νικόλας απαντούσε: «Καλύτερα νούμερο, παρά αριθμός»

Γεννήθηκε σαν Νικόλαος Ασημόπουλος στις 20 Αυγούστου του 1949 στη Θεσσαλονίκη. Οι γονείς του ήταν από την Κοζάνη, όπου ο Νικόλας έζησε τα παιδικά του χρόνια και τελείωσε το σχολείο.
Του κόλλησαν την ταμπέλα του «τρελού», του «ψυχάκια», του «γραφικού». Εγωιστή και μισογύνη τον χαρακτήριζαν, όσοι είχαν ζήσει μαζί του. Αλλά με βαθιά αίσθηση της ελευθερίας. Ιδεολογικά ήταν κατά του μιλιταρισμού. Του άρεσε επίσης να βασανίζει γάτες. Δήλωνε άθεος. (μετά από δική του προτροπή η ταυτότητά του στο μέρος της θρησκείας ανέγραφε: «Άνευ Θρησκεύματος»). Δεν έμαθε ποτέ να οδηγεί. «Διαμέσου της ακινησίας ταξιδεύεις παντού» είχε πει μια μέρα, καθισμένος στη μέση ενός δρόμου. Έκανε συνολικά δύο απόπειρες αυτοκτονίας. Η τρίτη, ήταν και η μοιραία.

Η κηδεία του Νικόλα, έγινε το απόγευμα της Παρασκευής 18 Μαρτίου 1988 στο νεκροταφείο της Καλλιθέας στη Νέα Σμύρνη, παρουσία 200 περίπου ατόμων.Τα έξοδα της κηδείας ανάλαβε ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου, φροντίζοντας λίγο καιρό αργότερα να τοποθετηθεί μία μαρμάρινη επιτύμβια στήλη αναγράφοντας τους στίχους του «Μπαγάσα».
Βρέθηκε κρεμασμένος σε μια σωλήνα καλοριφέρ του σπιτιού του, που ο ίδιος ονόμαζε «χώρο προετοιμασίας». Μετά τον θάνατο ήρθε και η αναγνώριση, τα αφιερώματα, η υστεροφημία. Μέχρι τότε…; Ήταν ο αλλόκοτος καλλιτέχνης, που τριγυρνούσε στους δρόμους των Εξαρχείων, φόβιζε τον κόσμο και μιλούσε για κάτι Κροκανθρώπους που δύσκολα μπορούσε να κατανοήσει ο μέσος νους. Για του κνίτες της εποχής του Πολυτεχνείου ήταν ο «χαφιές», για τους αναρχικούς ο «συμβιβασμένος», για την αστυνομία ο «επικηρυγμένος». Για τους λίγους δικούς του, ομοϊδεάτες Αγίους των Εξαρχείων, ο ανένταχτος, ο χειμαρρώδης και ο αχαλιναγώγητος.

Χαρακτηριστική του ατίθασου χαρακτήρα του, της μαχητικότητας που τον διέκρινε και των απόψεων του περί ισότητας και ελευθερίας, η φράση του: «Όταν άκουσα τον Παπαδόπουλο να λέει “θα πατάξωμεν την αναρχία” αποφάσισα να γίνω η αναρχία που δεν πατάσσεται ποτέ. Γιατί η αναρχία είναι η αρχή του τέλους και το τέλος της αρχής, και δεν είναι ουτοπία». Ο Στέλιος Καζαντζίδης του αφιέρωσε κάποια στιγμή το τραγούδι «ο φίλος μας» και δηλώσε: «Το τραγούδι αυτό, είναι αφιερωμένο στον Νικόλα Άσιμο. Τον καλλιτέχνη και άνθρωπο που έζησε και αμφισβήτησε με συνέπεια και πίστη αυτόν τον κόσμο της βαρβαρότητας»

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *