Από μια άποψη το να σκοτωθείς, σημαίνει, όπως
στο μελόδραμα, πως αναγνωρίζεις κάτι. Σημαίνει ότι αναγνωρίζεις πως
νικήθηκες απ’ τη ζωή ή πως δεν την καταλαβαίνεις. Ας μην προχωρούμε
όμως τόσο μακριά μ’ αυτές τις αναλογίες κι ας επιστρέψουμε στις
συνηθισμένες εκφράσεις. Σημαίνει μονάχα πως αναγνωρίζεις ότι «δεν αξίζει
τον κόπο» να ζεις. Φυσικά, η ζωή δεν είναι ποτέ εύκολη. Συνεχίζουμε να
κάνουμε τις χειρονομίες που υπαγορεύει η ύπαρξη για πολλούς λόγους,
αλλά ο κυριότερος είναι η συνήθεια. Το να πεθαίνεις θεληματικά σημαίνει
πως την ίδια στιγμή αναγνωρίζεις το γελοίο χαρακτήρα αυτής της
συνήθειας, την απουσία κάθε βαθιάς αιτίας, τον ανόητο χαρακτήρα της
καθημερινής κίνησης και τη ματαιότητα του πόνου.
Ποιο είναι, λοιπόν, αυτό το ακαθόριστο συναίσθημα που στερεί το
πνεύμα απ’ τον αναγκαίο για τη ζωή ύπνο; Ένας κόσμος που μπορούμε να
το εξηγήσουμε χρησιμοποιώντας ακόμα και πρόχειρες δικαιολογίες είναι
ένας κόσμος οικείος, φιλικός. Αλλά, μέσα σ’ ένα σύμπαν στερημένο
ξαφνικά από ψευδαισθήσεις και φώτα, ο άνθρωπος νοιώθει σαν ξένος. Σ’
αυτή την εξορία, τη στερημένη από τις αναμνήσεις μιας χαμένης πατρίδα ή
από την ελπίδα μιας γης της επαγγελίας, δεν υπάρχει βοήθεια. Αυτή η
απόσταση, του ανθρώπου από τη ζωή του, του ηθοποιού από το σκηνικό
του, αποτελεί κυριολεκτικά το συναίσθημα του παράλογου. Κάθε υγιής
άνθρωπος όταν σκέφτεται την αυτοκτονία, πρέπει να παραδεχτεί, χωρίς
περισσότερες εξηγήσεις, πως αισθάνεται να υπάρχει ένας σταθερός
σύνδεσμος ανάμεσα σ’ αυτό το συναίσθημα και την έλξη προς το μηδέν

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *