Facebooktwitterlinkedinmail

Του Γιώργου Καραμπελιά

Αντισταθήκαμε ηρωικά στην Κατοχή, και όμως μια εμφύλια σύγκρουση, την οποία καθόρισαν οι ξένες δυνάμεις, μας εξάντλησε υποτάσσοντάς μας στη Δύση οικονομικά, στρατιωτικά, πολιτικά και στην «Ανατολή της Δύσης», τη Ρωσία, πνευματικά. Στη συνέχεια, μετά το 1960, θα επανεμφανισθεί και πάλι, απειλητική για τη μοίρα μας, η «Δύση της Ανατολής», η Τουρκία, με το Κυπριακό, ανοίγοντας μία περίοδο αντιπαραθέσεων, με την ήττα το 1974, και υποχωρήσεων μετά το 1990 (Ίμια, Οτσαλάν, σχέδιο Ανάν κ.λπ.). 
 
Παράλληλα η αναγκαστική συμμαχία με τη Δύση θα μεταβληθεί σε πλήρη αλλοτρίωση, με την εκποίηση της οικονομίας, της κοινωνίας, του πολιτισμού. Οι Έλληνες, που είχαν πιστέψει το 1981 πως, μπαίνοντας στην Ε.Ε., θα απέφευγαν τον εξ ανατολών κίνδυνο και είχαν αφεθεί στην αποδυνάμωση του αγωνιστικού αντιστασιακού ήθους, κατασκευάζοντας μία κοινωνία με μειωμένα αντανακλαστικά, βρίσκονται αίφνης μπροστά στην πραγματικότητα: οι οποιεσδήποτε συμμαχίες έχουν νόημα και αποτέλεσμα μόνο εάν εσύ ο ίδιος είσαι ισχυρός, με συναίσθηση της ταυτότητας και των συμφερόντων σου. 
 
Και όλα αυτά τα χρόνια της μεταπολίτευσης κυριαρχούσε η ακριβώς αντίθετη ιδεολογία. Η ιδεολογία της μικρότερης προσπάθειας, της εγκατάλειψης του αγωνιστικού ήθους του ελληνισμού – οι Έλληνες μεταβλήθηκαν σε γερασμένο λαό, με εκτεταμένο αλκοολισμό, χρήση ναρκωτικών και ψυχοφάρμακα. 
 
Από χώρα μεταναστευτική, μεταβληθήκαμε σε χώρα υποδοχής μεταναστών, μέσα σε τριάντα χρόνια. Από χώρα αγροτική, γίναμε εισαγωγείς αγροτικών προϊόντων. Αλλά και η κατάρρευση αυτού του μοντέλου μάς ήρθε ακόμα πιο απότομα, αιφνιδιαστικά, χωρίς εισαγωγές και προλόγους, εν μια νυκτί, χωρίς να μας δώσει τη δυνατότητα να προσαρμοστούμε σταδιακά.
 
Χωρίς περιθώρια για ψεύδη
Το χειρότερο δε ήταν πως η εξωτερική εξάρτηση μεταβλήθηκε, μέσα από την εσωτερίκευσή της, σε εθελοντική αποικιοποίηση. Γι’ αυτό και, πρώτη φορά στην ιστορία μας σε τέτοιο βαθμό, δεν ήταν πλέον ο Φαλμεράιερ και οι ξένοι βασιλιάδες που εξέφραζαν τον αποικιακό ζυγό… αλλά οι ίδιες οι ελληνικές ελίτ, οι ίδιοι οι Έλληνες πολιτικοί, οι Έλληνες διανοούμενοι που κηρύττουν την ιστορική μας εξαφάνιση, κατ’ εξοχήν εκείνοι της Αριστεράς.
 
Και ενώ το εκκρεμές της ιστορίας μετακινείται από τη Δύση στην Ανατολή, μετέωροι στη ρωγμή των δύο κόσμων, φτάσαμε σε μια κρίση που δεν είναι απλώς οικονομική. Είναι μια κρίση καθολική: δημογραφική, γεωπολιτική, πολιτική, πνευματική· κλωτσοσκούφι της Μέρκελ, έντρομοι μπροστά στον Ερντογάν, λοιδορούμενοι από Σκοπιανούς και Τσάμηδες. Η Δύση μας αποδέχεται μόνον ως παρίες, ενώ η ισλαμική Ανατολή μας απειλεί με υποταγή και εξαφάνιση. 
Αίφνης βρεθήκαμε αντιμέτωποι με τον εαυτό μας χωρίς, πλέον, περιθώρια για ψεύδη και μεσοβέζικες λύσεις. Είτε θα αποδεχτούμε το ιστορικό τέλος μας, τη μεταβολή της Ελλάδας σε μία πολυφυλετική και πολυεθνική ζώνη – ταμπόν μεταξύ Ανατολής και Δύσης, έναν Λίβανο των Βαλκανίων, ελεγχόμενοι ταυτόχρονα από τη φραγκική Δύση και την τουρκική Ανατολή (εξάλλου ο άξονας Βερολίνου – Τουρκίας λειτουργεί εδώ και πάνω από εκατό χρόνια), είτε, για να συνεχίσουμε να υπάρχουμε ως συλλογικό υποκείμενο, θα πρέπει να πραγματοποιήσουμε σήμερα την ανολοκλήρωτη επανάσταση του Ρήγα, να υπερβούμε τον καημό της ρωμιοσύνης.
 
Η «μητέρα των μαχών»
Πιεσμένοι από Ανατολή και Δύση, δεν έχουμε πλέον άλλα περιθώρια ιστορικής υποχώρησης. Το πρόβλημα της συνέχειας του έθνους μας παίζεται στα ίδια τα νησιά μας, στις ίδιες τις πόλεις, στην ίδια μας την πρωτεύουσα. Η φυγή, όταν είσαι εξασθενημένος, μεταβάλλεται σε υποταγή και εν τέλει σε ιστορικό θάνατο. Δεν έχουμε άλλα περιθώρια να συνεχίσουμε στον δρόμο της φυγής – υποταγής και ταυτόχρονα να συνεχίσουμε να επιβιώνουμε. 
Βρισκόμαστε μπροστά στη «μητέρα των μαχών». Είτε εδώ, σήμερα και στις επόμενες δεκαετίες, θα κερδίσουμε το δικαίωμα στην επιβίωση και, παραδόξως, θα ολοκληρώσουμε το ανολοκλήρωτο, είτε θα μεταβληθούμε σε μια ιστορική ανάμνηση ως ανεξάρτητο έθνος και ιδιαίτερο ιστορικό υποκείμενο.
 
Σε μια τέτοια στιγμή, όταν όλα τα ψέματα τελειώνουν, είναι δυνατόν – «σε σέ που αξιώθηκες μια τέτοια πόλη» – να επιχειρήσουμε μία ολοκληρωτική επ-ανάσταση, διότι πλέον δεν έχουμε τίποτα να χάσουμε, στριμωγμένοι στον τοίχο, σε μια μάχη ύπαρξης. Απορρίπτοντας τη φυγή προς τα έξω και στα κάθε είδους ναρκωτικά, στα οποία με τόση ευκολία κατέφευγαν τα τελευταία χρόνια οι Έλληνες, να αντικρίσουμε θαρραλέα το πεπρωμένο μας.
Στα επόμενα πενήντα ή εκατό χρόνια, είτε θα πάψουμε να υπάρχουμε είτε θα ξεπεράσουμε τον καημό μας, επιτέλους ελεύθεροι και αυτεξούσιοι. 
 
Ενενήντα πέντε χρόνια μετά το 1922, άνοιξε μια νέα ιστορική περίοδος: αν συνεχιστεί η υποταγή και η ψευδο-οικουμενιστική φυγή, οδηγούμαστε στο σημείο μηδέν, στην ιστορική εξαφάνιση. Γι’ αυτό και η γενικευμένη εθνική κατάθλιψη. Συνειδητοποιούμε αίφνης πως το ερώτημα που θα πρέπει να απαντήσουμε δεν είναι άλλο πάρεξ ελευθερία ή θάνατος, κυριολεκτικώς.
 
Και βρεθήκαμε μπροστά σε αυτό το ιστορικό αίτημα, σε αυτή την κυριολεκτική τιτανομαχία, γυμνοί, με ηγεσίες ανίκανες, πνευματικούς ανθρώπους χορτασμένους από τη διαφθορά και τη φθορά, ένα λαϊκό σώμα αλλοιωμένο και πλαδαρό από την καταναλωτική ευωχία και σήμερα μπροστά στην κρίση ανίκανο να παραγάγει κάτι διαφορετικό από την παιδοκεντρική ανευθυνότητα – γι’ αυτό και όλα τα τελευταία χρόνια, απέναντι στην προδοσία των διανοουμένων και των πολιτικών θα καταφεύγει στα ναρκωτικά του μηδενιστικού αντιεξουσιασμού, του εθνομηδενισμού, της φυγής.
 
Αυτός ο λαός, αυτό το έθνος, θα πρέπει με μια υπεράνθρωπη προσπάθεια, ψαχουλευτά, χωρίς πνευματικούς ταγούς, χωρίς ηγεσία, ξεκινώντας από την αγανάκτησή του, επιστρατεύοντας τις μνήμες μιας μοναδικής ιστορίας, να αντιταχθεί σε κάτι που μοιάζει με πεπρωμένο. Περνώντας από την αγανάκτηση στην κατάθλιψη και από αυτή πάλι στην εξέγερση, καθημαγμένος από τη Δεξιά και προδομένος από την Αριστερά, είναι υποχρεωμένος να απορρίψει, το ένα μετά το άλλο, τα ναρκωτικά και τις αυταπάτες του και να συνειδητοποιήσει το μέγεθος και την πολλαπλότητα της σύγκρουσης. 
 
Έτσι συμβαίνει πάντα στην ιστορία. Μόνο όταν πλέον η επιβίωση γίνεται ταυτόσημη με την επανάσταση, τότε μόνον αυτή η τελευταία γίνεται μια ρεαλιστική πιθανότητα.
 
* Απόσπασμα από το βιβλίο του Γιώργου Καραμπελιά «Πέραν της Αριστεράς και της Δεξιάς: η υπέρβαση»