Facebooktwitterlinkedinmail
Οι επιβάτες στριμώχνονται ουρές για να προφτάσουν την έξοδο. Οι πιο τολμηροί επιλέγουν τις παραδοσιακές σκάλες οι περισσότεροι παλεύουν για μια θέση στις κυλιόμενες που θα τους φέρει πιο γρήγορα στην επιφάνεια. Μετρώ το βηματισμό τους παρακολουθώ τις κινήσεις τους , απασχολώ το μυαλό μου να μη σκέφτομαι. 28 του Δεκέμβρη σήμερα το 2014. Μέρες γιορτινές, με μια Αθήνα ντυμένη στα φώτα της και στην αγωνία της να καλύψει, όσο γίνεται, τη γύμνια των ονείρων της. Με τον αλήτη της Ομόνοιας κουλουριασμένο στη γωνιά του και τη χαμένη στα κουρέλια της παρουσία να ζητιανεύει ένα κομμάτι ζωής. Η Αθήνα! Η πόλη μου, που αδυνατεί να κλείσει πληγές να ξαναβρεί το βηματισμό της στο χρόνο, να κρυφτεί πίσω από το «ένδοξο» παρελθόν της για μια ακόμη φορά, να επαναπροσδιορίσει το σήμερα και να ξορκίσει το αύριο. Αν μπορεί να υπάρξει αύριο. Μια πόλη εντελώς ξένη, που δε θυμίζει σε τίποτα την πόλη που άφησα πίσω φεύγοντας σε περιπλανήσεις ονείρων. Αν υπάρχει κάτι που με οικειώνει με την Αθήνα είναι η αίσθηση μιας παρουσίας.
Άφησα την πλατεία Συντάγματος πίσω μου με την αγωνία του ανθρώπου που θέλει να αποφύγει τα τέρατα του παρελθόντος και χώθηκα στην Ερμού με την ψευδαίσθηση πάντα πως περπατάει λίγα βήματα μπροστά μου. Η εικόνα του διαγράφεται καθαρά στο οπτικό μου πεδίο έτσι όπως τη φυλάκισα στην τελευταία του φωτογραφία, εκείνος ανάμεσα στον κόσμο να προχωράει αδιάφορος. Σχεδόν τρέχω για να μη τον χάσω, μήπως ανταμείψει το πέρασμά μου με ένα του βλέμμα κι εγώ δεν είμαι εκεί να βυθιστώ στο πέλαγος των ματιών του. Μήπως δεν ταξιδέψω στους ουρανούς του. Νιώθω πως δεν έχω χρόνο για άλλες ματαιώσεις… το ένιωσα… ένιωσα… δεν το πάλεψα, αδύνατον να παλέψεις με ένα πλήθος που υποκρίνεται περιγελώντας τη μοίρα του και σε παρασύρει, σαν ορμητικός χείμαρρος, στην κοίτη των παραισθήσεων. Παραίσθηση πλέον η ανάγκη μου και ακούω τη φωνή του, αγγίζω τα δάχτυλα των χεριών του, νιώθω την ανάσα του στο πρόσωπό μου, συγχρονίζω το βήμα μου στο δικό του. Μα πόσο, αλήθεια, μπορεί να διαρκέσει ένα όνειρο για πάντα ματαιωμένο;
Στο τέρμα του δρόμου, η κοπέλα, η ντυμένη με τα χρώματα της γιορτινής θλίψης, κινεί τα νήματα της μαριονέτας στο ρυθμό της ημέρας. Κοντοστέκομαι να χαζέψω ματαιώνοντας την όποια «συνάντηση». Διαβάτες κάθε ηλικίας μαζεύονται γύρω, γελάνε, φωτογραφίζουν, νιώθω την αγωνία της, την πληγωμένη ανάγκη της για λίγα κέρματα, προσποιείται την ικανοποίησή της, κλαίει βουβά… παρακολουθώ… κλαίει… ακολουθώ… κλαίει… κλαίω… κλαίω… δεν τρέπομαι που κλαίω. Είμαι εδώ, με όλους τους θεατές της θλίψης να στριμώχνονται στη θέα της, η φωνή πνίγηκε στο λαρύγγι, την άκουσα, η φωνή μου πνίγηκε στο λαρύγγι μου, δεν την άκουσε… Μα πως μπορούν, Θεέ μου, όλοι αυτοί να μη νιώθουν την αγωνία της, την αγωνία μου; Πως γίνεται να προχωρούν αδιάφοροι σε κάθε ρωγμή της καρδιάς της, της καρδιάς μου; Τα νήματα της μαριονέτας υπακούουν στα δάχτυλά της. Η παράσταση τέλειωσε κι η κούκλα υποκλίνεται. Λίγα κέρματα έπεσαν στο ανοιχτό καπέλο για το συγχωροχάρτι της ζωής. «Σε νιώθω» της ψιθυρίζω. «Δε μπορείς» σηκώνει αρνητικά το κεφάλι και με κοιτάζει. «Σε διαβάζω» μου χαμογελάει… διαβάζει την αγωνία μου; Ναι, αυτήν διαβάζει… «Ματαιώθηκε η συνάντηση» της μουρμουρίζω και φεύγω.
Οδός των ματαιώσεων… έτος ερημιάς…
Νικολέτα Ανδριανή