Πήρε το δρόμο δίπλα στο ποτάμι με τη σιγουριά του ανθρώπου ότι στην άλλη άκρη του σούρουπου δεν την περίμενε κανείς. Η θερμοκρασία άγγιξε το όριο του μηδενός κι είναι η παγωνιά που πολλαπλασιάζει τη μοναξιά. Ξεθωριάζουν τα χρώματα μέσα στο μούχρωμα και μόνο το γκρίζο αναγραμματίζει τις επιθυμίες, αρνούμενο να παραδοθεί στην ομοιομορφία του μαύρου… κι αύριο νύχτα ξημερώνει… 
Ο φόβος κλέβει τις ψευδαισθήσεις… απροσδιόριστος φόβος σαν το τραγούδι που γεμίζει την ψυχή της νότες και λέξεις άγνωστες και προσπαθεί, μάταια είναι αλήθεια, να συλλάβει το νόημα. Μα ποιος ο λόγος να κατανοούνται τα ακατανόητα? Ποιος ο λόγος να δηλώνονται οι ερχομοί και οι αναχωρήσεις? Οι αγωνίες μεγεθύνονται έτσι, εγκρίνονται ή και απορρίπτονται, τα αισθήματα φυλακίζονται σε σχήματα, περιορίζονται σε τελείες και θαυμαστικά, η λογική παίζει το παιχνίδι της… και θριαμβεύει. 
«Μη δηλώνεις ευαισθησίες και σκέψεις… γίνεσαι ευάλωτη…». Ακόμη γυρίζει στο μυαλό της η διαπίστωση… ειπωμένη με διάθεση πατρικής προστασίας. Και βάλθηκε να προστατεύσει την καρδιά της…

Στην ερημιά της πόλης η επιθυμία ενός άλλου «ταξιδιού» μετουσιώνει τη λαχτάρα σε διεκδίκηση. Μα ο ασχημάτιστος κύκλος παλεύει να ορίσει το σχήμα, ψάχνει με αγωνία την άλλη του άκρη, να κλείσει, να μπουν, επιτέλους, τα όρια. Όρια επιθυμιών, όρια δηλώσεων, σχολίων, περιττών «αναρτήσεων» δηλωτικών της ανάγκης να επιστρέψει σθεναρά στη ζωή, να αποκτήσει η ύπαρξη ταυτότητα, διεύθυνση η απουσία, να διαλυθεί η ομίχλη, να διαγραφούν οι γραμμές και οι αναχωρήσεις να γίνουν επιστροφή, μία επιστροφή… το κυνήγι των κακών μαγισσών να πάρει τέλος. Να επανέλθουν οι κανονικότητες να βρει η ζωή τις απαντήσεις…
Φαντάσου, σκέφτεται, πως δεν είσαι απελπισμένη, κι όλα επαναπροσδιορίζονται ξανά. Πως κατάφερες πάλι να μην περάσεις την κόκκινη γραμμή που σε περνά στο απέναντι παραμύθι… κι όλα τα λόγια που σχηματίστηκαν στα χείλη σου, έκαναν το ταξίδι του μυαλού κι αρνήθηκαν το δρόμο της καρδιάς. Φαντάσου πως δε στέκεσαι εδώ, στο νυχτωμένο ποτάμι, μα πήρε δρόμο η σκέψη σου και σ’ έστησε μπροστά στον παιδικό καθρέφτη της ζωής σου. Κι εκεί, φιλάρεσκα, τραβάς το φερμουάρ της μακριάς φούστας, που κρύβει την αδυναμία της κίνησης, συμβολικά ή κυριολεκτικά, αδιάφορο, μαζεύεις τα μαλλιά στον αυχένα αδιαφορώντας για την αποκάλυψη του αληθινού προσώπου της ζωής σου, ισιώνεις το κορμί στην επιταγή της νύχτας, και τολμάς την έξοδο στο φως… στο φως?
Αλήτικος ο δρόμος δίπλα στο ποτάμι… το μουρμουρητό του νερού, όσο κι αν παλεύει να οριστεί με κανόνες λογικής, επαναφέρει την πρόγνωση για την επόμενη στιγμή… αδύνατον να φυλακίσει την ψυχή της σε μπαούλο… όσο κι αν η λογική επιμένει να κλείσει τον κύκλο, να καλουπώσει το μυαλό, να μπει, επιτέλους επιθετικός προσδιορισμός στην ερημιά, να σταματήσουν οι πεθυμιές της καρδιάς… ατάραχη η πραγματικότητα, παλεύει να ταχτοποιήσει το μέσα μήπως και μπουν τα κουτάκια και στο έξω. Μάταιη ανάγνωση της τρικυμίας…
Μην κοιτάς που χαμογελώ στο απρόσμενο. Έχω διάθεση ακόμη να το κάνω. Είπα διάθεση όχι και ελπίδα… όνειρο, μα όχι και στόχο. Αδύνατον να γίνω απόλυτα δυστυχισμένη. Όσο διαγράφεται μέσα στο σκοτάδι μια απουσία, που πλησιάζοντας στο καρέ του φακού αχνοφαίνεται, πλανάται το μυαλό, ακροβατεί στην επιθυμία η καρδιά… κι ο καθρέφτης των παιδικών οραμάτων, σπρώχνει τη νύχτα να περάσει, να ξημερώσει στην απεραντοσύνη του κόσμου, ν αρχίσουν οι παρτίδες με το φως και τον αέρα, με τις προοπτικές και τους ημεροδείχτες. Αδύνατον να διαγραφεί το αύριο… να γίνει χθες και να περάσει ανώδυνα. Πάντα στην αφετηρία του δρόμου βρίσκεται περιμένοντας την επόμενη θλίψη…
Αδύνατον να ολοκληρωθεί η δυστυχία…

Νικολέτα Ανδριανή

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *