Facebooktwitterlinkedinmail
Η ηθοποιός Εβίτα Παπασπύρου ζωντανεύει τη συναρπαστική ζωή του ποιητή Βλαδίμηρου «Μαγιακόφσκι» και την εποχή του, στο θέατρο Βαφείο, δίνοντας ζωτική πνοή σε μια… συνοδευτική αποκλειστική συνέντευξη -που μετουσιώθηκε σε καλλιτεχνικό οδοιπορικό-στάση ζωής-, στο Newslink.gr και στο δημοσιογράφο Νίκο Κολίτση, με θεματικές, μεταξύ άλλων, τον «ηθοποιό της επόμενης γενιάς», το ταξίδι της ερμηνείας του αντίθετου φύλου, το πάθος για το αληθινό και το ουσιαστικό στην τέχνη, στον έρωτα και στη ζωή, την κριτική της ποίησης, το Γιάννη Ρίτσο, το μέτρο στη ζωή, τον άνθρωπο και τις επιλογές του, τους «Μοντέρνους Καιρούς», την προβληματική του θεάτρου, την τέχνη-χρηματιστήριο, τα οράματα του μέλλοντος «μιας κοινωνίας ισότητας, ειρήνης κι ελευθερίας, σε μια ανθρώπινη ανθρωπότητα», γιατί «στο μεγαλείο της ανθρώπινης καρδιάς πιστεύω…»

Διδάσκετε, μεταξύ άλλων, Υποκριτική, Αυτοσχεδιασμό και Αγωγή του Προφορικού Λόγου. Πώς είναι ο νέος ηθοποιός της επόμενης γενιάς, σε ταλέντο, δεξιότητες, γνώσεις και προοπτικές;

Ο ηθοποιός της επόμενης γενιάς… Πρέπει σίγουρα να είναι εξοπλισμένος με γερή τεχνική, άρτιο χειρισμό των εκφραστικών του μέσων, ένα υπερσύγχρονο εργαλείο, αλλά δεν πρέπει να μένει εκεί. Πρέπει να τολμάει να θεωρεί τον εαυτό του υποκείμενο και όχι αντικείμενο, δημιουργό και ολοκληρωμένη προσωπικότητα, ρυθμιστή των καλλιτεχνικών διαδικασιών. Μόνο με ηθοποιούς που είναι ολοκληρωμένοι καλλιτέχνες, μπορούμε ν’ αλλάξουμε την κατάσταση του θεάτρου, όπως έχει διαμορφωθεί σήμερα και που σίγουρα δεν είναι ικανοποιητική.

Eπιλέγετε να ερμηνεύσετε τον «Μαγιακόφσκι» ως γυναίκα. Συνιστά αυτό μεγαλύτερη πρόκληση, με επιπρόσθετο βαθμό δυσκολίας, για εσάς προσωπικά και την εξέλιξη του έργου;

Φυσικά υπάρχει μεγαλύτερη δυσκολία να ερμηνεύσεις ένα ρόλο αντίθετου φύλου. Όμως, το θέατρο είναι η τέχνη της παρατήρησης και της μεταμόρφωσης, ο ηθοποιός αλλάζει διαρκώς κοστούμια και μάσκες. Ίσως ο ρόλος αντίθετου φύλου να είναι το μεγαλύτερο ταξίδι… Η δεύτερη δυσκολία ήταν ότι έπρεπε να υποδυθώ ένα ιστορικό πρόσωπο κι όχι μια φανταστική φιγούρα. Δεν μπορείς να κάνεις «του κεφαλιού σου». Συγκρίνεσαι με την πραγματικότητα, που ζητάει την επαλήθευσή της… Όσο για την εξέλιξη του έργου, η επιλογή κρίνεται από το αποτέλεσμα και κάθε παράσταση με τις όποιες επιλογές της, είναι πάντα ένα στοίχημα. Πρέπει να πω -κι αυτό είναι η ανταμοιβή μας- ότι οι θεατές φαίνονται απόλυτα πεισμένοι για το ότι «ο Μαγιακόφσκι» εμφανίζεται στη σκηνή…

Με τι έχετε επαναστατήσει στη ζωή σας και με τι έχετε παθιαστεί, σε βαθμό και αναλογία με τον Μαγιακόφσκι;

Επαναστατούσα κι επαναστατώ πάντα με τη αδικία. Παθιάζομαι με το αληθινό και το ουσιαστικό στην τέχνη, στον έρωτα, στη ζωή. Είμαι παθιασμένη με την ποίηση και με το θέατρο, αλλά μόνο όταν υπηρετούν την αλήθεια και την ανατροπή.

Γιατί οι Έλληνες διαβάζουμε λιγότερο ποίηση από τους Ευρωπαίους και γιατί οι νεότεροι αρνούνται να εκδώσουν τα ποιήματα που γράφουν, στο βαθμό που το έκαναν οι προκάτοχοί τους; Ποιος είναι ο «Έλληνας Μαγιακόφσκι» στην ποίηση;

Δεν ξέρω αν οι Έλληνες πραγματικά διαβάζουν λιγότερο ποίηση από τους Ευρωπαίους. Ξέρω, όμως, ότι έχουμε πολλούς και σημαντικούς ποιητές. Κι είμαστε μια χούφτα λαός. Γύρω μου, επίσης, βλέπω πολλούς ανθρώπους που ασχολούνται με τη ποίηση, διαβάζοντας ή γράφοντας και μπορώ εύκολα να φέρω στο μυαλό μου κάποιον που δακρύζει μ’ έναν στίχο. Ίσως ο τρόπος που διδάσκεται η ποίηση στο σχολείο να είναι στείρος, αλλά η ποίηση αναβλύζει από τα βράχια και την ξερή γη και τη γονιμοποιεί.

Είναι φυσικό οι νεότεροι ν’ αρνούνται να εκδόσουν τα ποιήματα που γράφουν, γιατί στο χώρο των εκδόσεων, υπάρχει μεγάλη οικονομική κρίση, αλλά και κρίση αξιών. Υπάρχει πολλή προσφορά ποίησης, αλλά δεν υπάρχει σοβαρή και εμπεριστατωμένη κριτική της ποίησης. Δεν υπάρχουν όρια μέσα στα οποία μπορείς να δημιουργήσεις και όρια τα οποία να μπορείς να σπάσεις… Κι αυτό οδηγεί σε αδιέξοδο.

Όσο για τον Έλληνα Μαγιακόφσκι, παρ’ ότι οι αναλογίες είναι δύσκολες, το μόνο ποιητή που θα μπορούσα να σκεφτώ χειμαρρώδη, με ιδανικά και πάθος, είναι το μεγάλο ποιητή, Γιάννη Ρίτσο.

Το πάθος στην επανάσταση, στη ζωή και στην τέχνη, είναι ο πιο ασφαλής δρόμος προς την ελευθερία και την προσωπική ολοκλήρωση ή προδιαγράφει κακό τέλος, όπως όλα όσα εκπίπτουν του μέτρου;

Ποιο είναι το μέτρο άραγε; Το να ζεις στο μέσο όρο της συμβατικότητας και των κανόνων της κοινωνίας; Αν ζούσαμε όλοι μέσα στο «μέτρο», τίποτα δε θ’ άλλαζε. Όλα θα προχωρούσαν ήσυχα κι αναλλοίωτα. Αλλά δε συμβαίνει έτσι. Τα πράγματα αλλάζουν και προχωράνε, γιατί η τάση των ανθρώπων είναι να σπάνε το μέτρο. Αυτό εγώ το θεωρώ φυσική κι αναπόφευκτη ροή των πραγμάτων. Το να ζεις με πάθος, σημαίνει να νιώθεις τη ζωή μέχρι το μεδούλι στα κόκαλά σου. Να προσφέρεσαι απλόχερα σ’ αυτό που πιστεύεις, να μην «κρατάς πισινή», να είσαι γενναιόδωρος, μαχητής και πεισματάρης. Ο άνθρωπος πάντα έχει την ελευθερία να επιλέξει. Κι όποιο δίχτυ πλέκεται γύρω του, έχει υφανθεί σιγά-σιγά από τις δικές του επιλογές, αυτές που έκανε βήμα-βήμα. Ζω με πάθος τη ζωή σημαίνει: δε φοβάμαι να επιλέξω τον έρωτα που θέλω, ανεξάρτητα από το πόσο θα μου κοστίσει, υπερασπίζομαι τις δικές μου απόψεις στην τέχνη -κι αυτός είναι δρόμος δύσκολος, γιατί μπορεί να μείνεις μόνος σου-, σημαίνει τάσσομαι με τη μεριά της επανάστασης και προσφέρομαι ολόκληρος. Όπως λέει ο Μαγιακόφσκι:

«Εγώ για σας

θα ξεριζώσω την καρδιά μου

θα την ποδοπατήσω

κι έτσι μεγαλωμένη

και καταματωμένη

θα σας τη δώσω για σημαία»

Έτσι ο άνθρωπος κατακτάει το κομμάτι ελευθερίας που μπορεί να κατακτήσει, γεννημένος μέσα σε συνθήκες, που φυσικά δεν μπορεί να επιλέξει. Και οπωσδήποτε ο άνθρωπος φτάνει στο ανώτερο σημείο της ολοκλήρωσής του, όταν συνειδητοποιεί ότι δεν είναι μόνος του σ’ αυτόν τον κόσμο, αλλά είναι μέρος ενός συνόλου. Κι αυτό πρέπει να το συνειδητοποιήσει έμπρακτα. Εξάλλου, αυτή είναι και η λογική που διέπει την αρχαία ελληνική τραγωδία. Είναι μια σκέψη παλιά και οικεία.

Εξακολουθούν οι καιροί να είναι «Μοντέρνοι» στην εποχή μας για δημιουργία στο θέατρο;

Οι καιροί παραμένουν «Μοντέρνοι» για όποιον μπορεί να αφουγκραστεί την εποχή. Κάθε εποχή έχει κάτι «Μοντέρνο» ν’ ανακαλύψεις και να το πεις. «Κάθε εποχή έχει το δικό της λεξιλόγιο», λέει ο Μαγιακόφσκι, τις δικές της χειρονομίες κι αυτό το λεξιλόγιο πρέπει να το ακούσουμε και να το μετατρέψουμε σε τέχνη με καινούργια γλώσσα, που θα εκφράζει αυτή τη σύγχρονη εποχή, τα προβλήματα και τις ανησυχίες της.

Το 2006 ιδρύσατε μαζί με τον Κώστα Νταλιάνη, που σκηνοθετεί την παράσταση «Μαγιακόφσκι», την Ανώτερη Σχολή Δραματικής Τέχνης «Μοντέρνοι Καιροί». Τι έχει μεσολαβήσει, τόσα χρόνια μετά, σε εσάς προσωπικά, αναφορικά και με τα όνειρα και τους στόχους που είχατε στο ξεκίνημά της αλλά και με το παραγόμενο αποτέλεσμα σήμερα;

Ιδρύσαμε, μαζί με τον Κώστα Νταλιάνη, τη σχολή για να πραγματοποιήσουμε το όραμά μας για τη θεατρική παιδεία. Για να αρθρώσουμε τη δική μας άποψη για την υποκριτική τέχνη. Θέλουμε ο απόφοιτος της σχολής, από τη μια να είναι άρτια εκπαιδευμένος και από την άλλη, να έχει συνείδηση του ρόλου που έχει η τέχνη  στην κοινωνία και να έχει συνείδηση του ρόλου που διαδραματίζει ο ίδιος σαν καλλιτεχνικό και πολιτικό ον. Πιστεύουμε στον ανθρωπιστικό ρόλο του θεάτρου και ο ηθοποιός είναι ο κύριος μοχλός του.

Οι  στόχοι παραμένουν. Το αποτέλεσμα νιώθουμε ότι μας δικαιώνει. Η χαρά μας είναι μεγάλη, γιατί στην πορεία αυτών των χρόνων, βρήκαμε άξιους συνεργάτες, που εμπνέονται από το ίδιο όραμα και προχωράμε μαζί.

Πώς μπορούν να επηρεάσουν και να αφυπνίσουν οι στίχοι του Μαγιακόφσκι σήμερα, σε συνάρτηση πάντα με τα δεδομένα χαρακτηριστικά της ελληνικής κοινωνίας και των μελών της, στη μνημονιακή και «μεταμνημονιακή» Ελλάδα;

Ο Μαγιακόφσκι υπήρξε ένας από τους κορυφαίους ποιητές του 20ου αιώνα. Έχει γράψει συγκλονιστική ποίηση, που αντικατοπτρίζει τις αστραπές μιας ανθρωπότητας στις πιο εκρηκτικές στιγμές της. Το πάθος του για τον έρωτα, τη ζωή και την τέχνη, είναι ανάλογο με την επανάσταση που συντάρασσε τον κόσμο τότε. Εμείς ζούμε σε ασπρόμαυρες, άγευστες εποχές. Ζούμε σ’ εποχές που μοιάζει η ανθρωπότητα να έχει βυθιστεί σ’ έναν βαθύ ύπνο. Την συνταράσσουν πια μόνο οι εφιάλτες της.

Οι στίχοι του Μαγιακόφσκι, μας φέρνουν σ’ επαφή με μια άλλη εποχή, με οράματα και ιδανικά, όπου οι άνθρωποι αφιέρωναν όλη τη ζωτική ορμή τους στον αγώνα για ένα καλύτερο μέλλον.  Ελπίζουμε, οι στίχοι του να μας συγκινήσουν, να μας ζεστάνουν, να μας εμπνεύσουν  και να ρίξουν φως στην ασπρόμαυρη εποχή μας.

Πώς εκλογικεύετε το φαινόμενο ν’ ανεβαίνουν τόσες πολλές θεατρικές παραστάσεις κάθε χρόνο, στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη κυρίως, αν αναλογιστεί κανείς τη δυσχερή οικονομικά θέση του ηθοποιού, στον οποίο δεν αναγνωρίζεται καν επαγγελματική άδεια; Είναι υγιές ή συνιστά προβληματική που χρήζει προσαρμογής και αντιμετώπισης;

Η κατάσταση στο θέατρο είναι οπωσδήποτε προβληματική από πολλές απόψεις και το κύριο πρόβλημα δεν είναι ότι ανεβαίνουν πολλές παραστάσεις. Υπάρχει πλήθος από προβλήματα: η χαμηλή ποιότητα της θεατρικής παιδείας που παρέχεται, αλλά και το ότι οι αποδέκτες αυτής της παιδείας  -οι σπουδαστές-, δεν αντιλαμβάνονται τη χαμηλή ποιότητά της, για να διεκδικήσουν με τη στάση τους κάτι καλύτερο, η μετατροπή της τέχνης σε χρηματιστήριο και απαραίτητο συμπλήρωμα η αποδόμηση κάθε νοήματος και ο ναρκισσισμός-αυτοθαυμασμός των καλλιτεχνών. Η κοινωνία μοιάζει να τα έχει χαμένα, επόμενο είναι και το θέατρο να τα έχει χαμένα, γιατί είναι το πρόσωπο της κοινωνίας.

Η δυσχερής θέση του ηθοποιού ακολούθησε φυσικά τη δυσχερή θέση όλων των επαγγελματιών, αλλά για τους ηθοποιούς χειρότερα δε γίνεται. Δεν απαιτείται πτυχίο. Δεν υπάρχει άδεια εξάσκησης του επαγγέλματος. Δυνάμει όλοι οι Έλληνες  είναι ηθοποιοί. Κι έτσι τι να διεκδικήσεις σαν κλάδος σε μισθό και εργασιακές συνθήκες; Ταυτόχρονα καλλιεργείται η ψευδαίσθηση ότι στο θέατρο, το αυθόρμητο μπορεί να οργανωθεί σε τέχνη από τη μια στιγμή στην άλλη, χωρίς εκπαίδευση, χωρίς αφοσίωση. Επομένως, στον καθένα που έχει «πίκρες, πόνους κι υπαρξιακά αδιέξοδα», του φαίνεται εύκολη λύση να «ανέβει στο σανίδι». Γι’ αυτό υπάρχουν τόσες πολλές «θεατρικές παραστάσεις».

«Πηγαίνετε θα είμαι άψογα τρυφερός, δεν είμαι άντρας εγώ, είμαι ένα σύννεφο με παντελόνια» (Μαγιακόφσκι) Αν μπορούσατε να πετάξετε… «με ή χωρίς παντελόνια», που θα κατευθυνόσαστε και για ποιο λόγο;

Οπωσδήποτε στο μέλλον. Σ’ ένα μέλλον φωτεινό, μιας κοινωνίας ισότητας, ειρήνης κι ελευθερίας, σε μια ανθρώπινη ανθρωπότητα. Στο μέλλον που οπωσδήποτε θα έρθει. Συμφωνώ με τον Μαγιακόφσκι: «Στο μεγαλείο της ανθρώπινης καρδιάς πιστεύω»