Facebooktwitterlinkedinmail
«Πεθαίνοντας θα προσφέρω στους ανθρώπους τα πιο πλούσια δώρα μου. Αυτό έμαθα απ’ τον ήλιο, που όταν δύει είναι τόσο λαμπρός και με τους ανεξάντλητους θησαυρούς του βυθίζεται στη θάλασσα, έτσι που κάνει το φτωχό ψαρά να κωπηλατεί με χρυσωμένα κουπιά.» Νιτσε.
Ένα από τα κεφάλαια της ζωής(;) που μ’ έχει απασχολήσει περισσότερο, είναι ο θάνατος, κυρίως τώρα που δε χρειάζομαι κιάλια για να τον δω, μα ούτε και φιλοσοφικές θεωρήσεις. Προσπάθησα να τον προσεγγίσω μέσα από το Νίτσε, το Σοπενχάουερ και τον Μπέκετ, όπως βέβαια εγώ τους έβλεπα και όλο βούλιαζα. Μα είχα ένα φίλο στο Λονδίνο, ψυχρό και απηνή, που ζέσταινε η ψυχούλα του κάθε φορά που μιλούσε για τον Επίκουρο, και τον διάβαζε και από το πρωτότυπο ο άτιμος! Υπέροχος! Αυτός, αραιά και που, μου έστελνε αποσπάσματα του Επίκουρου, και ομολογώ πως έρχονταν, την κατάλληλη ώρα.


«Κοίτα να συνηθίσεις στην ιδέα ότι ο θάνατος για μας είναι ένα τίποτα. Κάθε καλό και κάθε κακό βρίσκεται στην αίσθηση μας, όμως θάνατος σημαίνει στέρηση της αίσθησης. Γι’ αυτό η σωστή εκτίμηση ότι ο θάνατος δεν σημαίνει τίποτα για μας, μας βοηθά να χαρούμε τη θνητότητα του βίου: όχι επειδή μας φορτώνει αμέτρητα χρόνια αλλά γιατί μας απαλλάσσει από τον πόθο της αθανασίας».
«Αυτό που έχει να αντιμετωπίσει ο άνθρωπος δεν είναι οι απατηλοί φόβοι ή οι προσδοκίες για μετά θάνατο ζωή, αλλά οι πραγματικές δυσκολίες της ζωής. Δεν πρέπει να αναβάλλει την ζωή του από φόβο ή ελπίδα για κάποιο πράγμα, που ακόμη και αν υπήρχε, δεν είναι παρόν στη ζωή του. 
Η ζωή δεν είναι πουθενά αλλού. Είναι εδώ και τώρα.
Η ζωή είναι μοναδική και ανεπανάληπτη για τον καθέναν από μας».
Προσπαθώ λοιπόν, καιρό τώρα να κατανοήσω το ακατανόητο. Να το μάθω. Μα σίγουρα, δε μπορείς να μάθεις να πεθαίνεις όπως δε μπορείς να μάθεις και να ερωτεύεσαι. Δε μπορείς να μάθεις την τέχνη του να ξεφεύγεις από τα δίχτυα τους. Ο θάνατος, όπως και ο έρωτας θα έρθουν, χωρίς να μάθεις ποτέ το νόημά τους, χωρίς να διδαχτείς ποτέ από το ίδιο το γεγονός, ιδίως του θανάτου σου, γιατί, αστείο ακούγεται, δε σε αφορά πλέον. Μαθαίνεις, τραγικά βέβαια, όσο μαθαίνεις, από το θάνατο των άλλων. Όσοι φεύγουν, σημαδεύουν για πάντα τη ζωή όσων μένουν, με διαφορετικό τρόπο τον καθένα.
……………………………
Ο θάνατος στη Βενετία του Thomas Mann είναι ένα έργο, όπως και η ταινία του L. Visconti, όπου η μοναξιά, η ομορφιά, η εσωτερική αναζήτηση και η προσωπική ολοκλήρωση είναι η ουσία του. Όπου ο ποιητής ή ο μουσικός, ζει το διαφορετικό και επομένως απαγορευμένο, με ένα ταξίδι εσωτερικό σε μυστικά και επικίνδυνα μονοπάτια ενός ανομολόγητου πάθους που τον οδηγεί στην έκσταση και στην ολοκληρωτική παράδοση ενός απόλυτα γνήσιου συναισθήματος. Όπου ένα, αδιάφορο για τους πολλούς, εξωτερικό ερέθισμα, η ομορφιά ενός 14χρονου αγοριού, μετατρέπει μια απλή επιθυμία σε πάθος ασυγκράτητο. Ένας άνθρωπος ώριμος, πειθαρχημένος, παραδομένος στην καθημερινότητά του, χαμένος σε ένα τέλμα ζωής και δημιουργίας, που τα φυλακισμένα συναισθήματά του ζητούν εναγωνίως εκδίκηση, επιδιώκει να ξεχάσει, να αποδράσει, να ζήσει το πρωτόγνωρο, να αισθανθεί, να πονέσει. Κι έρχεται στη Βενετία, την πόλη των αισθήσεων μα και της φθοράς, που τόσο του μοιάζει. Και πράγματι εδώ, έρχεται, πρόσωπο με πρόσωπο, με το κάλλος και το ωραίο, συνταιριασμένα στο πρόσωπο του αγοριού. Γράφει…
«Τα μάτια του αγκάλιαζαν την ευγενική μορφή εκεί, στην άκρη της γαλάζιας θάλασσας, και πλημμύριζε αγαλλίαση πιστεύοντας πως μ’ αυτή τη ματιά κατανοούσε την ίδια την ουσία του κάλλους, τη φόρμα σαν σκέψη του Θεού, τη μοναδική και ανόθευτη τελειότητα, που ζει μέσα στο πνεύμα κι ένα ανθρώπινο είδωλο κι ομοίωμά της ορθωνόταν εδώ ανάλαφρο, γεμάτο χάρη για να το λατρέψουν. Αυτό ήταν μέθη, και αδίστακτα, σχεδόν άπληστα την καλωσόρισε ο καλλιτέχνης που γερνούσε.» Ποιες αστικές αντιλήψεις, ποιος άμεμπτος κώδικας ηθικής μπορεί να διαγράψει, να καταγγείλει, την αίσθηση της ομορφιάς και του συναισθήματος; ποια αρρώστια μπορεί να αποτρέψει την ελεύθερη πτώση στο πηγάδι του απόλυτου, ακαταμάχητου Έρωτα; Ενός έρωτα στην πιο ιερή του στιγμή, στην απόλυτή του σημασία; Για πρώτη φορά ο καλλιτέχνης ζει τις πιο απλές στιγμές καθώς η ομορφιά του είχε αποκαλυφθεί στην πιο ιερή της μορφή. Γευόταν επιτέλους την ευτυχία. Ήταν πιο ωραίος απ’ όσο μπορούσαν λόγια να εκφράσουν, κι ο Άσενμπαχ ένιωσε με πόνο, όπως κι άλλες φορές, πως ο λόγος μπορεί μονάχα να υμνήσει μα όχι να αποδώσει την ομορφιά των αισθήσεων.
Έχει μεθύσει από ένα αχαλίνωτο πάθος που δεν τολμά να εκδηλωθεί, αδιάφορος για τη σύνεση και την αξιοπρέπεια των ανθρώπων . Παραδομένος στο πάθος δεν εξουσιάζει πλέον τίποτα. Οι ηθικοί νόμοι που καθόριζαν τη ζωή του, έχουν γίνει συντρίμμια. «Όταν έχει ελευθερωθεί κανείς από τον εαυτό του, δεν απεχθάνεται τίποτε πιο πολύ από το να ξαναγυρίσει πίσω σκλάβος του.» Κι όταν το αντικείμενο του σκοτεινού του πόθου ανταποκρίνεται με ένα φευγαλέο χαμόγελο, χαμόγελο Νάρκισσου, η συγκίνηση είναι πολύ μεγάλη για να την αντέξει. Συγκλονισμένος από τη συγκίνηση και παραδομένος σε μια αγαλλίαση απέραντη σαν το Τίποτα της θάλασσας, ευτυχισμένος και πλήρης, θα γράψει τον επίλογο της ζωής του. «Με μια λέξη χιλιοειπωμένη, καθημερινή και εύκολη, μα εντελώς ξεχωριστή για τον ίδιο, τελική και απόλυτη, ανάρμοστη βέβαια για τους πολλούς. Σ’ αγαπώ». Που σημαίνει, σ’ ευχαριστώ για την ομορφιά που μου χάρισες…Τόσο ιερή, για να περιφέρεται βέβηλα στα χείλη ηθικολόγων αναγνωστών του Μαν, που αδυνατούν να δουν σε αυτό το αριστούργημα της λογοτεχνίας, την απόλυτη ομορφιά του ερωτικού συναισθήματος, μακριά πολύ από ανάρμοστα και κανονικά. Κερδίζει κανείς την ομορφιά και τη σωπαίνει μέσα του, κι αλλοίμονο αν την κοινωνήσει…
Νικολέτα Ανδριανή