Facebooktwitterlinkedinmail

Του Γιώργου Μπαλάφα*

Η απόφαση του Ρώσου προέδρου Βλάντιμιρ Πούτιν να αναπτύξει τακτικά πυρηνικά όπλα στην Λευκορωσία έχει προκαλέσει ανησυχία σε Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) και ΗΠΑ. Και δικαίως, ειδικά μετά την εισβολή στην Ουκρανία και έναν πόλεμο που πλέον έχει κλείσει πάνω από ένα χρόνο. Δεν διαφεύγει ασφαλώς από κανέναν πως όλα αυτά συμβαίνουν λίγες ημέρες μετά την επίσκεψη του Κινέζου προέδρου στη Μόσχα.

Ευρωπαϊκή Ένωση και ΗΠΑ ανησυχούν για κλιμάκωση της έντασης και της φιλοπολεμικής ρητορικής από την Ρωσία, με την Ουάσινγκτον να προχωρά σε σύσφιξη της συνεργασίας με τη Μεγάλη Βρετανία και την Αυστραλία στον Ειρηνικό Ωκεανό, στο πλαίσιο της συμφωνίας AUKUS. Επισήμως η διοίκηση Μπάιντεν τονίζει ότι δεν υπάρχει λόγος να ληφθούν κάποια μέτρα, ωστόσο η απόφαση να δρομολογηθεί η κατασκευή υποβρυχίων βαλλιστικών πυραύλων σε δύο φάσεις – η πρώτη με ορίζοντα το 2030 και η δεύτερη με ορίζοντα το 2040 – ώστε Μεγάλη Βρετανία και Αυστραλία να είναι επαρκώς εξοπλισμένες με πυρηνικά όπλα, δείχνει ότι προχωρά ένα στρατηγικό πλάνο 10-15ετίας αναφορικά με πιθανές γεωπολιτικές ανακατατάξεις κι αναταράξεις.

Την ίδια στιγμή, η κινητικότητα της Μόσχας στο ζήτημα των πυρηνικών όπλων και η ακόμα μεγαλύτερη πρόσδεση της Λευκορωσίας στο ρωσικό «άρμα» έχει προκαλέσει αναστάτωση στα όμορα κράτη της Βαλτικής, αλλά και στη Φινλανδία και την Πολωνία. Οι πολιτικές ηγεσίες των παραπάνω κρατών αναμένεται να αξιοποιήσουν την ευκαιρία για να ζητήσουν την ανάπτυξη  αμερικανικών, αντίστοιχων πυραυλικών συστημάτων, με το επιχείρημα ότι βρίσκονται εντός του βεληνεκούς των τακτικών ρωσικών πυρηνικών πυραύλων. Το επιχείρημα δεν είναι ασθενές κι άτοπο, ωστόσο ελλοχεύει ο κίνδυνος να κλιμακωθεί η ένταση στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Ευρώπης, με την ΕΕ και κυρίως τη Γερμανία και τη Γαλλία να πρέπει να πάρουν θέση και να φέρουν το ζήτημα και σε επίπεδο Ευρωπαϊκού Συμβουλίου.

Η κάθε πλευρά έχει πλέον τη δική της στρατηγική και επιθυμεί να εξυπηρετήσει αποκλειστικά τα δικά της εθνικά συμφέροντα. Ο πόλεμος στην Ουκρανία, αν έδειξε κάτι σε επίπεδο διπλωματίας και επιλογών στην εξωτερική πολιτική, είναι η έλλειψη του μίνιμουμ πνεύματος συνεργασίας μεταξύ των κρατών-μελών της Ένωσης και, επίσης, η έλλειψη κάθε διάθεσης συμπόρευσης στο ζήτημα της αναζήτησης διπλωματικών λύσεων στον πόλεμο της Ουκρανίας και στην επίτευξη μίας ειρηνευτικής λύσης.

Η ρωσική πλευρά φαίνεται να προεξοφλεί το χειρότερο χωρίς να υπολογίζει τις παρενέργειες στην ευρύτερη γεωγραφική περιφέρεια. Ήδη από τις διαπραγματεύσεις για την ένταξη Σουηδίας και Φινλανδίας στο ΝΑΤΟ, η Μόσχα είχε εκφράσει τις επιφυλάξεις και την ανησυχία της για εγκατάσταση στις δύο σκανδιναβικές χώρες πύραυλων μεσαίου και μικρού βεληνεκούς, σπεύδοντας να εγκαταστήσει η ίδια αντίστοιχους πυραύλους στην Λευκορωσία και να δημιουργήσει πρώτη ζήτημα πυρηνικής ανισορροπίας κι ασφάλειας στην περιοχή της Ανατολικής Ευρώπης και της Βαλτικής.

Το γεγονός, επίσης, ότι η Μόσχα επέμεινε στην εγκατάσταση πυραύλων στην Λευκορωσία, παρά το γεγονός ότι Τουρκία και Ουγγαρία δεν έχουν δώσει το τελικό «πράσινο» φως προκειμένου να ολοκληρωθεί η διαδικασία της ένταξης Σουηδίας και Φινλανδίας στο ΝΑΤΟ, αποκαλύπτει τις προθέσεις της ρωσικής ηγεσίας να προχωρήσει σε νέα κλιμάκωση των σχέσεών της με το ΝΑΤΟ, την ΕΕ και τα όμορα κράτη.

Ευρωπαϊκή Ένωση και ΗΠΑ από τη μία πλευρά, και Ρωσία από την άλλη νιώθουν ότι απειλούνται, δεν έχουν ίχνος εμπιστοσύνης μεταξύ τους, υιοθετούν πολλές φορές την ίδια εμπρηστική ρητορική χωρίς κανείς να βλέπει «φως στο τούνελ» και να αναζητά τρόπους για τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία». Πολύ δύσκολες εποχές και μία εξαιρετικά σύνθετη συγκυρία για τις ευρωπαϊκές κοινωνίες, που βλέπουν τους Ευρωπαίους ηγέτες πελαγομένους, χωρίς διάθεση και όραμα να διασφαλίσουν την ειρήνη και την ασφάλεια στην περιοχή.

*Ο Γιώργος Μπαλάφας είναι υποψήφιος βουλευτής στον (Β1) Βόρειο Τομέα Αθηνών με τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, Περιφερειακός Σύμβουλος Βορείου Τομέα Αθηνών