Facebooktwitterlinkedinmail

Η Θέμις κοιμάται τον ύπνο του δικαίου, ενώ τα «τρωκτικά» ροκανίζουν δημόσιο χρήμα; Γεγονός είναι ότι μια υπόθεση παράνομων προμηθειών στο νοσοκομείο της Εδεσσας σερνόταν από έρευνα σε έρευνα για τουλάχιστον 12 χρόνια, ενώ κάποιοι τα πίνανε στην υγεία των κορόιδων… Μόλις τις προηγούμενες μέρες το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης εξέδωσε βούλευμα με το οποίο παραπέμπονται σε δίκη τέσσερις γιατροί ορθοπεδικοί για απιστία στην υπηρεσία σε βαθμό κακουργήματος, από την οποία το Ελληνικό Δημόσιο υπέστη οικονομική ζημία σχεδόν μισού εκατομμυρίου ευρώ!

Με καθυστέρηση

Σε δίκη στο τριμελές εφετείο κακουργημάτων Θεσσαλονίκης παραπέμπονται, λοιπόν, με μάλλον μεγάλη καθυστέρηση, τέσσερις γιατροί του Γενικού Νοσοκομείου της Εδεσσας που κατά την τελευταία 15ετία κατείχαν, κατά περίπτωση, τις θέσεις των διευθυντών και επιμελητών α’ και β’ της ορθοπεδικής κλινικής. Το Δικαστικό Συμβούλιο καταλογίζει εντέλει σε τρεις από αυτούς ότι προκάλεσαν ζημιά στο Ελληνικό Δημόσιο ύψους 277.513,49 ευρώ, ενώ ο τέταρτος μόνος του ακόμη 212.614,33 ευρώ.

Το υπ’ αριθμόν 557/2018 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης περιγράφει συνολικά 181 περιπτώσεις ορθοπεδικών επεμβάσεων, κυρίως κατά τη διετία 2008-2009.

«Αξιοποίησαν επιμελώς τις αδυναμίες του συστήματος ελέγχου προμηθειών υλικών της ορθοπεδικής κλινικής και την καθημερινή εφημερία του Νοσοκομείου προκειμένου να προσδώσουν νομιμοφάνεια στις εγκληματικές τους ενέργειες, εμφανίζοντας τις παραγγελίες υλικών διαρκώς ως αφορώσες σε έκτακτα περιστατικά και συστηματικά συνοδεύοντάς τες με ασαφείς γνωματεύσεις προκειμένου να καθίσταται ευχερές στις προμηθεύτριες εταιρείες να υπαγάγουν την παραγγελία τους σε ακριβότερους κωδικούς υλικών, αυξάνοντας τον όγκο συναλλαγών με το νοσηλευτικό ίδρυμα και ζημιώνοντας αντίστοιχα την περιουσία του και κατ’ επέκταση του ελληνικού Δημοσίου», αναφέρεται χαρακτηριστικά στο παραπεμπτικό βούλευμα.

Ο ξενώνας στην Πέλλα

Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης καταλογίζει ακόμη σε έναν από τους κατηγορούμενους, 65 ετών, που διετέλεσε διευθυντής στην ορθοπεδική κλινική, ότι χρηματιζόταν από συγκεκριμένες προμηθεύτριες εταιρείες προκειμένου να χρησιμοποιεί τα ορθοπεδικά υλικά τους στα χειρουργεία που εκτελούσε. Κατά το παραπεμπτικό βούλευμα, την περίοδο 2004-2009 φέρεται ότι ζήτησε και έλαβε χρηματικό ποσό 805.369,11 ευρώ, ενώ ο ίδιος κατηγορείται για «ξέπλυμα βρόμικου χρήματος» μέσω αγοραπωλησιών ακινήτων και πολυτελών αυτοκινήτων.

Είναι χαρακτηριστικό ότι ο 65χρονος μεγαλογιατρός, πάντα κατά το βούλευμα, χρηματοδότησε την αγορά διώροφου ξενώνα κοντά στον Αγιο Αθανάσιο Πέλλας, με φερόμενη ως αγοράστρια ανώνυμη εταιρεία δικών του ουσιαστικά συμφερόντων, αφού ως μέτοχοι και μέλη του διοικητικού συμβουλίου εμφανίζονταν συγγενικά του πρόσωπα και άτομα με τα οποία διατηρεί σχέσεις, όπως ο αδελφός του, ο γιος του, ο ανιψιός του και η σύντροφός του, που παραπέμπονται στο εδώλιο του ίδιου δικαστηρίου για συνέργεια στο «ξέπλυμα».

Παράλληλα, φέρεται να ίδρυσε offshore εταιρεία με έδρα την Κύπρο, της οποίας ως νόμιμος εκπρόσωπος εμφανιζόταν ο επίσης κατηγορούμενος αδελφός του.

Ο πρωταγωνιστής της σκοτεινής αυτής ιστορίας – πρώην διευθυντής της ορθοπεδικής κλινικής στο νοσοκομείο Εδέσσης – έγινε αιτία να βρεθεί η άκρη του νήματος, όταν τον κατήγγειλε στις αρχές η πρώην γυναίκα του.

Μάλιστα, μέσω αυτής έχουν περιέλθει στη δικαιοσύνη στοιχεία για παρεμβάσεις πολιτικών προσώπων ώστε να συγκαλυφθεί το σκάνδαλο, αριθμοί λογαριασμών, αγοραπωλησίες ακινήτων και offshore εταιρείες που χρησιμοποιήθηκαν για να «χαθούν οι δρόμοι του χρήματος».

Στη διάρκεια των πρώτων 6,5 χρόνων διερεύνησης της υπόθεσης έγιναν τέσσερις έλεγχοι (ένας από ορκωτούς ελεγκτές και τρεις από επιθεωρητές του Σώματος Επιθεωρητών Υπηρεσιών Υγείας Πρόνοιας – ΣΕΥΥΠ) και εκδόθηκαν δύο πορίσματα. Το πρώτο, τον Ιούνιο του 2011, που υπολόγισε τη ζημία στα 18,5 εκατ. ευρώ μόνο για τη διετία 2008-2009, δείχνοντας ως υπαίτιους τρεις γιατρούς της ορθοπεδικής και έναν πρώην διοικητή του νοσοκομείου. Το πόρισμα αυτό όμως δεν κατέστη ποτέ «επίσημο».

Στη Βουλή το 2013

Ο τότε επικεφαλής του ΣΕΥΥΠ, καταγγέλλεται, χρησιμοποίησε διάφορα προσχήματα προκειμένου να μην το παραλάβει. Κατόπιν αυτού, παραγγέλθηκε νέος έλεγχος το 2012, ο οποίος έριξε τη ζημία σε επίπεδα μερικών χιλιάδων ευρώ. Μάλιστα, οι επιθεωρητές που διαπίστωσαν τη ζημία στα 18,5 εκατ. ευρώ βρέθηκαν ελεγχόμενοι (και διωκόμενοι) με τον ισχυρισμό ότι δεν παρέδωσαν εγκαίρως το πόρισμά τους.

Σύμφωνα με όσα έγιναν γνωστά τότε, «εκτός από το επίσημο πόρισμα, το οποίο παραδόθηκε στη δικαιοσύνη, υπήρχαν στη δικογραφία και άλλα στοιχεία, βάσει των οποίων το ύψος της απιστίας μεγεθύνεται».

Η υπόθεση έφτασε ώς τη Βουλή, τον Φλεβάρη του 2013, με την τότε βουλευτή του ΠΑΣΟΚ (νυν ΣΥΡΙΖΑ) Θεοδώρα Τζάκρη να καταγγέλλει ότι επιχειρείται συγκάλυψη από υψηλά ιστάμενα κομματικά πρόσωπα της Ν.Δ., τονίζοντας ότι «αυτή η υπόθεση σέρνεται από το 2006 και η πολιτεία ακόμη δεν κατόρθωσε να επιβάλει τη νομιμότητα.

Απαντώντας, ο άλλοτε υπουργός Υγείας Ανδρέας Λυκουρέντζος της Ν.Δ. είχε αναφέρει πως «δεν έχω διάθεση να συγκαλυφθεί οποιαδήποτε υπόθεση. Κάλεσα στο γραφείο μου τον επικεφαλής του ΣΕΥΥΠ και του ζήτησα να μου δώσει εξηγήσεις γιατί δεν παρέλαβε το πρώτο πόρισμα. Μου είπε ότι ποτέ δεν του παραδόθηκε πόρισμα από τους προηγούμενους επιθεωρητές, γι’ αυτό διέταξε νέο έλεγχο».

Παρά τις -προ εξαετίας- διαβεβαιώσεις του κ. Λυκουρέντζου, ωστόσο, το σκάνδαλο του νοσοκομείου Εδεσσας μόλις τώρα φαίνεται ότι οδηγείται στις δικαστικές αίθουσες.

πληροφορίες efsyn