Facebooktwitterlinkedinmail

Η Ιαπωνία ήταν η τελευταία χώρα που βγήκε από το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, μαζί με τις ΗΠΑ, μετά τη ρίψη των ατομικών βομβών στο Ναγκασάκι και τη Χιροσίμα, το 1945.

Εβδομήντα επτά χρόνια αργότερα, η χώρα είναι απόλυτα αποφασισμένη να αναβαθμίσει την αμυντική της βιομηχανία, δημιουργώντας, αρχικά, το εύλογο ερώτημα:

Έχει η Ιαπωνία αμυντική βιομηχανία;

Μετά τη συντριπτική της ήττα και την ταπεινωτική της παράδοση το 1945, η Ιαπωνία ήταν η μια από τις δύο χώρες στις οποίες στράφηκαν τα βλέμματα όλου του κόσμου· η άλλη ήταν φυσικά η Γερμανία. Το αίτημα για πλήρη αφοπλισμό τους ήταν σχεδόν καθολικό. Και επικράτησε για αρκετά χρόνια, όχι σε διάρκεια όμως. Ο κόσμος αλλάζει και μαζί αλλάζουν οι συσχετισμοί δυνάμεων και οι ανάγκες που τους υπαγορεύουν.

Η Γερμανία ξανάχτισε το δικό της στρατό, κυρίως με τη βοήθεια της συμμάχου της Αμερικής και το ίδιο ακριβώς κάνει και η Ιαπωνία. Ο κόσμος συνεχίζει, παρόλα αυτά, να βλέπει κάπως φιλύποπτα κάθε πολεμική ενδυνάμωση της χώρας.

Το μεταπολεμικό και ισχύον Σύνταγμα της χώρας ορίζει σαφώς ότι «κάθε χρήση βίας από την Ιαπωνία θα πρέπει να ασκείται αποκλειστικά για αμυντικούς σκοπούς», ενώ η τελευταία σχετική απαγόρευση, αυτή της εξαγωγής από τη χώρα πολεμικού εξοπλισμού ήρθη μόλις το 2014.
Η, ας την πούμε λοιπόν, αμυντική βιομηχανία της χώρας αναπτύσσεται αργά και βασανιστικά, παρά το γεγονός ότι η Ιαπωνία είναι μια από τις πιο ανεπτυγμένες τεχνολογικά χώρες του πλανήτη. Σε μια πρόσφατη άσκηση του στρατού, στο νησί Χοκάϊντο, δημοσιογράφοι κατέγραψαν τα παράπονα ανώτερων αξιωματικών, οι οποίοι έλεγαν ότι ο εξοπλισμός τους ανήκει στον 20ο αιώνα.

Κάτι που φαίνεται ότι υπάρχει η διάθεση ν’ αλλάξει, αλλά δεν είναι ούτε απλό ούτε εύκολο.

Ένας από τους μεγαλύτερους στρατούς του κόσμου είναι «αόρατος»
Μπορεί στο επίπεδο της κατασκευής πολεμικού εξοπλισμού να έχει θέματα, όμως η Ιαπωνία έχει στρατό και μάλιστα τεράστιο αν και εν πολλοίς «αόρατο».

Ο ιαπωνικός στρατός δημιουργήθηκε (ξανά) το 1954, όταν οι αμερικανικές δυνάμεις κατοχής αποσύρθηκαν από τη χώρα, αφήνοντάς την ουσιαστικά ανυπεράσπιστη. Έτσι θεσμοθετήθηκαν οι Ιαπωνικές Δυνάμεις Άμυνας, όπως ονομάζεται ακόμη ο στρατός της χώρας, ο οποίος αρχικά δεν ήταν παρά πεζικό με ελαφρύ οπλισμό. Ο εχθρός ήταν τότε η Σοβιετική Ένωση, μια ανάσα από τη χώρα του Ανατέλοντος Ηλίου, γι αυτό και οι Αμερικάνοι στο πέρασμα των ετών προθυμοποιήθηκαν να βοηθήσουν στον «αμυντικό» εξοπλισμό της χώρας.

 

Οι ένοπλες δυνάμεις της χώρας υπάγονται απ’ ευθείας στον Πρωθυπουργό της και μόλις το 2006 δημιουργήθηκε υπουργείο Άμυνας.

Παρά τις απαγορεύσεις και το «αμυντικό» του πράγματος, η Ιαπωνία έχει αυτή τη στιγμή έναν από τους μεγαλύτερους στρατούς του κόσμου, 247.154 άνθρωποι (άντρες και γυναίκες) υπηρετούν σε αυτόν, ενώ άλλοι 56.000 είναι σε εφεδρεία. Δεν ακούγεται και πολύ «αμυντικό» και μάλλον ορθώς.
Με την αλλαγή εχθρού, καθώς πλέον η βασική απειλή για την Ιαπωνία -και όχι μόνο- είναι η Κίνα, άλλαξαν και οι προτεραιότητες. Και από το 2.000 άλλαξε και η εσωτερική συζήτηση στη χώρα, καθώς πλέον κουβεντιάζεται ανοιχτά η κατάργηση του Άρθρου 9 του Συντάγματος, εκείνου που ορίζει όπως είπαμε ότι «η Ιαπωνία δεν μπορεί να εμπλακεί σε επιθετικό πόλεμο».

Σύμφωνα με το συγκεκριμένο άρθρο, ο ιαπωνικός στρατός απαγορεύεται να έχει στην κατοχή του επιθετικά όπλα, όπως πυραύλους μεσαίου και μεγάλου βεληνεκούς, πετρελαιοφόρα για τον ενεφοδιασμό του ναυτικού, βομβαρδιστικά μακρινών πτήσεων, πεζοναύτες και δύτες.

Ο πόλεμος που στοίχειωσε τους Αμερικάνους
Στην ουσία αυτό που λέει το αμυντικό δόγμα της χώρας είναι ότι ο στρατός της δεν πρέπει να μπορεί να πάει πέρα από τα χερσαία και θαλάσσια σύνορά της. Ούτε στα διπλανά νησιά, όπως στις βόρειες Μαριάννες, ας πούμε, που από τον πόλεμο και μετά ανήκουν στις ΗΠΑ, άσχετο αν ο πληθυσμός τους είναι κατά πλειονότητα ιαπωνικής καταγωγής.

 

Στη Σαϊπάν, στο Λέιτε, την Ίβο Ζίμα και την Οκινάουα, οι ΗΠΑ έχασαν πάνω από 100.000 άντρες, περισσότερους απ’ ότι σε όλα τα άλλα μέτωπα του πολέμου. Οι Αμερικανοί βρέθηκαν από πολλές απόψεις σε ιδιαίτερα δύσκολη θέση -για να το πούμε ευγενικά- στο διάστημα ανάμεσα στη συνθηκολόγηση της Γερμανίας κι εκείνη της Ιαπωνίας.
Ο πόλεμος του Ειρηνικού κόστιζε απίστευτα σε αίμα, χρήμα και χρόνο. Οι Ιάπωνες αποδείχθηκαν πολύ πιο πεισματάρηδες (φανατικοί είναι η σωστή λέξη) απ’ ότι αναμενόταν, προτιμώντας να αυτοκτονούν πάνω στα αμερικανικά αεροπλανοφόρα παρά να παραδοθούν.

Οι Αμερικάνοι πέρασαν πάρα πολύ άσχημα στην προσπάθειά τους να νικήσουν τους Ιάπωνες, ιδιαίτερα στις αποβάσεις τους σε μέρη όπως η Οκινάουα και αυτό είναι κάτι που προσποιούνται ότι ξεχνούν αλλά δεν ξεχνούν… @ΑΡ ΡΗΟΤΟ

Επιπροσθέτως, οι μάχες στα νησιά του Ειρηνικού είχαν τεράστιο κόστος και σε άμαχο πληθυσμό τον οποίο οι Ιάπωνες χρησιμοποιούσαν ανερυθρίαστα ως «ασπίδα».

Η κοινή γνώμη στις ΗΠΑ είχε φτάσει στα όριά της και όλοι ζητούσαν να τελειώνει με κάποιο τρόπο ο πόλεμος. Ο τρόπος υπήρχε και η Αμερική τον εφάρμοσε, προς μεγάλη χαρά όλων, πλην των Ιαπώνων.
Μέχρι σήμερα αποτελεί αντικείμενο μεγάλης ιστορικής -και ιδεολογικής φυσικά- διαμάχης εάν έπρεπε οι ΗΠΑ να έχουν ρίξει τις ατομικές βόμβες στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι ή όχι. Η εναλλακτική, βέβαια, δεν ήταν και πολύ καλύτερη από άποψης πιθανών απωλειών τουλάχιστον. Το στρατηγικό σχέδιο ήταν μια απόβαση στην ίδια την Ιαπωνία και γι αυτό οι πεζοναύτες «καθάριζαν» ένα ένα τα νησιά του Ειρηνικού.

Εάν όμως, μπορούσαν να κρατήσουν επί εβδομάδες τους Αμερικάνους σε μια λωρίδα τροπικής γης στο πουθενά, δημιουργώντας εκατόμβες νεκρών, τι θα μπορούσαν να κάνουν εάν ο πόλεμος μεταφερόταν στο ίδιο τους το έδαφος;

Μετά τη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι, ο κόσμος είπε ένα δυνατό «ποτέ ξανά». Ο κόσμος ξεχνάει εύκολα, όμως. @ΑΡ ΡΗΟΤΟ

Σε κάθε περίπτωση, καθένας έχει την άποψή του για το θέμα και η ιστορία δεν γράφεται με τα «εάν», οπότε ας μείνουμε στα γεγονότα. Ο πόλεμος του Ειρηνικού παρέμεινε μια πληγή στην ιστορία και τη συλλογική συνείδηση των Αμερικανών, όσο κι αν στην πορεία προσπάθησαν να εξωραΐσουν και να ηρωποιήσουν το όλο συμβάν.

Η δημιουργία άλλων εχθρών, μετώπων και ηρώων, έκανε τη δουλειά της: Σταδιακά, όπως συνέβη και στην Ευρώπη, ο παλιός εκείνος εχθρός ξεχάστηκε. Πλέον είναι σύμμαχος και δεν τον φοβόμαστε.

Όπως και στην περίπτωση των Γερμανών, όμως, αυτός ο ίδιος φοβάται περισσότερο τον εαυτό του…

Μπαίνει στη σκηνή η βόρεια Κορέα
Πριν ακόμη καταργηθεί το Άρθρο, κάτι που είναι απολύτως βέβαιο ότι θα συμβεί μέσα στα επόμενα χρόνια, η χώρα ήδη συζητάει την ανάπτυξη βαλιστικών πυραύλων μεσαίου βεληνεκούς, ενώ το 2016 δημιουργήθηκε και το πρώτο σώμα αμφίβιων επιχειρήσεων, οι πρώτοι Ιάπωνες πεζοναύτες από το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Επιπροσθέτως, δύο από τα μεγαλύτερα πολεμικά πλοία της χώρας, τα οποία ως τώρα μετέφεραν ελικόπτερα, μετατρέπονται σε αεροπλανοφόρα, επίσης τα πρώτα της χώρας από το 1946.

Παρά την όποια χρόνια διστακτικότητα, αρκούσε ένα πάτημα του κουμππιού από τον Κιμ για να ανατρέψει τα πάντα: Το 2012, μετά τη δοκιμή των βαλλιστικών πυραύλων Kwangmyŏngsŏng-3 (είναι εξίσου επικίνδυνοι όσο και δύκολο να τους προφέρεις) από τη βόρεια Κορέα, οι Ηνωμένες Πολιτείες συμφώνησαν να συνεργαστούν με τους Ιάπωνες για την ανάπτυξη αντι-βαλλιστικών συστημάτων, τα οποία είναι στην ουσία ίδια με τα βαλλιστικά και σήμερα υπάρχουν σε πέντε σημεία της χώρας.

 

Το πιο ενδιαφέρον -και υπό μια έννοια ελπιδοφόρο για το μέλλον- είναι το γεγονός ότι ο επιστημονικός κόσμος της χώρας είναι απόλυτα απρόθυμος να συμετάσχει σε κάθε είδους έρευνες τα αποτελέσματα των οποίων μπορεί να χρησιμοποιηθούν για πολεμικούς σκοπούς.
Η Ιαπωνία έχει εξάγει, από την άρση της απαγόρευσης και τη δημιουργία του αρμόδιου οργανισμού (Acquisition, Technology and Logistics Agency) μόλις ένα ολοκληρωμένο προϊόν, ένα ραντάρ στις Φιλιππίνες.

Πέρα απ’ αυτό, οι εξαγωγές της περιλαμβάνουν πέντε (5) μεταχειρισμένα εκπαιδευτικά αεροσκάφη TC-90 και 40.000 ανταλλακτικά για ελικόπτερα UH-1H.

Το 2016 ήταν κοντά σε συμφωνία με την Αυστραλία για την πώληση υποβρυχίων τύπου Soryu, αλλά τελικά οι Αυστραλοί αποφάσισαν να προτιμήσουν 12 γαλλικά υποβρύχια, στους εξοπλισμούς οι Γάλλοι έχουν έναν τρόπο να κερδίζουν σχεδόν πάντα.

Μετά, οι Ιάπωνες προσπάθησαν να πουλήσουν υδροπλάνα στην Ινδία, ραντάρ στην Ταϊλάνδη και φρεγάτες στην Ινδονησία, αλλά δεν κατάφεραν να ολοκληρώσουν καμία από αυτές τις συμφωνίες.

Θ’ αποκτήσει η Ιαπωνία πυρηνικά;
Πέρα από την τεχνολογία και την εμπειρία, οι Ιάπωνες υστερούν στο σημαντικότερο όλων: Το μάρκετινγκ. Κάτι που προσπαθούν να ανατρέψουν σε όλα τα επίπεδα, στρέφοντας το βλέμμα στις τεχνολογίες του 21ου αιώνα: Το υπουργείο Άμυνας της χώρας ανακοίνωσε ένα νέο πρόγραμμα έρευνας και ανάπτυξης τεχνολογίας Τεχνητής Νοημοσύνης για πολεμικούς σκοπούς, το οποίο θα οδηγήσει, σύμφωνα με σχετική ανακοίνωση σε «τεχνολογίες που θα αλλάξουν το παιχνίδι».

Το κατά πόσο θα το καταφέρει είναι συνδυασμός παραγόντων. Γεγονός είναι ότι το υπουργείο ζήτησε αύξηση του μπάτζετ του για το επόμενο οικονομικό έτος -που στην Ιαπωνία ξεκινάει τον Απρίλιο- κατά 38%, το ιλιγγιώδες ποσό των 770 δισεκατομμυρίων γιέν, 6,8 δισεκατομμύρια ευρώ δηλαδή.
Και την πήρε. Γεγονός που εξόργισε μεγάλη μερίδα του πληθυσμού αλλά και πολιτικούς και διανοούμενους της χώρας που ζητούν από την Ιαπωνία «να μην ξεχάσει όσα έγιναν στο παρελθόν».

Υπάρχει επίσης τεράστιο θέμα με την πιθανότητα η χώρα να αποκτήσει πυρηνικό οπλοστάσιο. Η μοναδική χώρα που έχει υποστεί τις πραγματικές συνέπειες μιας ατομικής επίθεσης (δύο για την ακρίβεια) δεν έχει στην κατοχή της ακόμη πυρηνικά όπλα και είναι η μόνη εξαίρεση στις χώρες που είναι κοντινοί σύμμαχοι των ΗΠΑ. Υπάρχουν πολλοί, όμως, που υποστηρίζουν ότι αυτό πρέπει να συμβεί, καθώς θα είναι ένα ισχυρό αποτρεπτικό για τους τρεις εχθρούς του δυτικού κόσμου οι οποίοι περικυκλώνουν γεωγραφικά την Ιαπωνία.

 

Η αλήθεια είναι ότι οι πιέσεις που δέχεται η Ιαπωνία είναι τεράστιες. Το 2020 τα ιαπωνικά μαχητικά αεροσκάφη αναχαίτησαν περισσότερες από 700 φορές «εχθρικά» αεροσκάφη, κινέζικα και ρώσικα. Τα μικροεπεισόδια στη θάλασσα της νότιας Κινας είναι καθημερινά και πλέον είναι φανερό ότι ένας χερσαίος στρατός παγιδευμένος στα εδάφη του δεν επαρξκεί για να παίξει το ρόλο του ρυιμιστή στην περιοχή.

Ο «αόρατος και αμυντικός» ιαπωνικός στρατός είναι σήμερα πέμπτος στον κόσμο σε μέγεθος και δύναμη, μετά τους αντίστοιχους των ΗΠΑ, της Ρωσίας, της Κίνας και της Ινδίας.

Πέρα απ’ αυτό η Ιαπωνία είναι ένας από τους καλύτερους «πελάτες» των ΗΠΑ σε πολεμικό εξοπλισμό, όσο τουλάχιστον δεν καταφέρνει να φτιάξει η ίδια δικό της. Επίσης, 50.000 «αόρατοι» Αμερικανοί στρατιώτες σταθμεύουν μόνιμα στην Οκινάουα και το Χοκάιντο.

Η αλλαγή κυβέρνησης, τον περασμένο Οκτώβριο, όταν ο Φούμιο Κισίντα πήρε τη θέση του Γιοσιχίντε Σούγκα, ο οποίος διαδέχθηκε τον Σίνσο Άμπε, δεν φάνηκε να αλλάζει πολύ τις προθέσεις της χώρας. Ο Κισίντα δήλωσε ότι θα «εξετάσει όλες τις πιθανότητες» σε σχέση με την αμυντική πολιτική της χώρας, ανάμεσα στις οποίες και η ανάπτυξη δυνατότητας «προληπτικών επιθέσεων».

Καταπατά το Σύνταγμα; Ναι, σαφώς. Αλλά, όπως έχει δείξει η ιστορία, τα Συντάγματα έχουν αυτήν την πολύ παράξενη ιδιότητα να γίνονται «λάστιχα» στην ερμηνεία τους όταν το επιστρέπουν οι καταστάσεις.
Με δεδομένο ότι αυτή τη στιγμή η Ιαπωνία έχει 900 αεροσκάφη, 48 καταδρομικά και 20 υποβρύχια, δεν μπορεί κανείς να φανταστεί πόσο μεγάλη θα γίνει η δύναμη πυρός της εάν πράγματι παρακαμφθούν οι συνταγματικές απαγορεύσεις και μετά το αναβαθμισμένο μπάτζετ του υπουργείου Άμυνας.

 

Μέσα σ’ όλον αυτόν το χαμό που γίνεται στην περιοχή, υπάρχει και ο αστάθμητος παράγοντας: Η σχετικώς αταξινόμητη Ταϊβάν, η οποία αναπτύσσει επίσης την άμυνά της, κάνει χαλαρές συμμαχίες με τους δυτικούς και την Ιαπωνία και ζει με την ανάσα της Κίνας στο σβέρκο της, καθώς οι Κινέζοι είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμοι να την επαναφέρουν στην αγκαλιά της μαμάς πατρίδας, με τη βία αν πρέπει.

Όλα αυτά συνθέτουν ένα σκηνικό πραγματικού τρόμου: Η θάλασσα της νότιας Κίνας και γενικώς ο δυτικός Ειρηνικός Ωκεανός είναι μια πυριτιδαποθήκη και η Ιαπωνία κάθεται ακριβώς στη μέση της.
Η εφημερίδα Tokyo Shimbun, μια από τις μεγαλύτερες της χώρας, έγραψε πρόσφατα σε άρθρο άποψης: «Παρότι είναι σαφές ότι οι πολιτικές πρέπει να επανεκτιμώνται ανάλογα με τις διεθνείς συνθήκες, ο αγώνας δρόμου της Ιαπωνίας να εκσυγχρονίσει τον πολεμικό της εξοπλισμό μπορεί να παρερμηνευθεί από τις γειτονικές χώρες ως μια προσπάθεια της χώρας να γίνει στρατιωτική υπερδύναμη και αυτό να προκαλέσει ένα ντόμινο εξοπλισμών».

Η καλή εφημερίδα παρέλειψε δύο λεπτομέρειες:

Η Ιαπωνία είναι ήδη μια στρατιωτική υπερδύναμη. Και το ντόμινο των εξοπλισμών στην περιοχή της έχει ξεκινήσει εδώ και πολύ καιρό.

Κατά τα άλλα, τα λέει εξαιρετικά.