Facebooktwitterlinkedinmail

Συνεχίζεται ο διεθνής διασυρμός για το επίπεδο της ελευθεροτυπίας στην Ελλάδα με αφορμή τις διώξεις σε βάρος των δημοσιογράφων Γιάννας Παπαδάκου και Κώστα Βαξεβάνη για τις έρευνες τους σχετικά με τη Novartis, τη λίστα Λαγκάρντ κτλ.

Σήμερα, το θέμα απασχόλησε τη μεγάλης απήχησης γαλλική εφημερίδα «Le Monde», που σε ανταπόκριση απ’ την Αθήνα τονίζει ότι οι δύο δημοσιογράφοι κινδυνεύουν με φυλάκιση έως 20 έτη για «συμμετοχή σε συνωμοσία και εγκληματική οργάνωση».

Το δημοσίευμα ξεκινά με την ερώτηση που κατέθεσαν στο Ευρωκοινοβούλιο οι ευρωβουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ, που ρώτησαν «ττι μέτρα σκοπεύει να λάβει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για να προστατεύσει την ερευνητική δημοσιογραφία και την ελευθερία του Τύπου στην Ελλάδα».

Η ερώτηση γίνεται σε συνέχεια της έναρξης στην Αθήνα της δίκης δύο δημοσιογράφων, του Κώστα Βαξεβάνη, εκδότη του Documento, εβδομαδιαίας εφημερίδας μεταξύ των πιο επικριτικών απέναντι στη συντηρητική κυβέρνηση και της Γιάννας Παπαδάκου που εργάστηκε πολλά χρόνια για την τηλεόραση του Alpha, παρατηρεί το δημοσίευμα.

Όπως επισημαίνει: «Οι δύο ρεπόρτερ που ερεύνησαν σκάνδαλα διαφθοράς και φοροδιαφυγής στα οποία εμπλέκονται ανώτεροι πολιτικοί, συμπεριλαμβανομένων πρώην υπουργών υγείας του κυβερνώντος Συντηρητικού κόμματος, διώκονται για «παράλειψη καθήκοντος», «συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση» και «συμμετοχή σε συνωμοσία», αδικήματα που τιμωρούνται με είκοσι χρόνια φυλάκιση.

Σύμφωνα με τα στοιχεία, δώδεκα Έλληνες πολιτικοί είχαν λάβει δωροδοκίες για να βοηθήσουν το ελβετικό εργαστήριο να εμπορευθεί φάρμακα με αμφισβητούμενες θεραπευτικές ιδιότητες και να διογκώσει τις τιμές τους. Το 2020, η Novartis συμφώνησε να πληρώσει 347 εκατομμύρια δολάρια ως μέρος ενός διακανονισμού με το Υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ, αναγνωρίζοντας ότι έκανε παράνομες πληρωμές σε Έλληνες παρόχους υγειονομικής περίθαλψης και αξιωματούχους, αλλά χωρίς να αποκαλύψει τα στοιχεία που εμπλέκονται στην υπόθεση».

«Απειλείται από το οργανωμένο έγκλημα»

Η Le Monde, συνεχίζει κάνοντας αναφορά στην πρόσφατη αρχειοθέτηση του σκέλους που αφορά τους Άδωνη Γεωργιάδη και Δημήτρη Αβραμόπουλο. «Το συντηρητικό κόμμα που βρίσκεται σήμερα στην εξουσία κατηγορούσε πάντα την προηγούμενη αριστερή κυβέρνηση ότι ενορχήστρωσε αυτές τις αποκαλύψεις για να την βλάψει, εμπλέκοντας εξέχουσες προσωπικότητες της δεξιάς, ιδιαίτερα τον Άδωνι Γιωργιάδη, νυν υπουργό Ανάπτυξης, ή τον Δημήτρη Αβραμόπουλο, πρώην Ευρωπαίο Επίτροπο. Τη Δευτέρα, αρχειοθετήθηκε η δίωξη που είχε ξεκινήσει το 2016 κατά των δύο αυτών πολιτικών», γράφει το δημοσίευμα.

Όπως εξηγεί, ακολούθως, η Γιάννα Παπαδάκου ερεύνησε την υπόθεση Novartis αλλά και τη λεγόμενη λίστα «Λαγκάρντ», η οποία απαριθμούσε επιφανείς Έλληνες που είχαν καταθέσει τα χρήματά τους στην Ελβετία την περίοδο της οικονομικής κρίσης για να αποφύγουν να πληρώσουν φόρους στη χώρα τους.

Στη συνέχεια το δημοσίευμα της Le Monde παραθέτει δηλώσεις από εκπροσώπους διεθνών οργανώσεων του Τύπου. «Είναι εκπληκτικό ότι ένας δημοσιογράφος κινδυνεύει να περάσει έως και 20 χρόνια πίσω από τα κάγκελα στην Ευρώπη επειδή έκανε τη δουλειά του», δήλωσε ο Pavol Szalai, επικεφαλής του γραφείου της Ευρωπαϊκής Ένωσης/Βαλκανίων για τους Δημοσιογράφους Χωρίς Σύνορα (RSF). «Οι δημοσιογράφοι στην Ελλάδα απειλούνται αυτή τη στιγμή από το οργανωμένο έγκλημα και τα δρακόντεια μέτρα. Στην Ευρώπη, η Ελλάδα βρίσκεται στην 24η θέση από 27 κράτη μέλη στην κατάταξη της ελευθερίας του Τύπου που πραγματοποιήθηκε από την RSF», προσθέτει.

Ακολούθως κάνει αναφορά στη δολοφονία του Γιώργου Καραϊβάζ, επισημαίνοντας ότι «η έρευνα έχει σταματήσει, γεγονός που ώθησε τον ευρωπαϊκό μηχανισμό παρακολούθησης των παραβιάσεων της ελευθερίας του Τύπου στην Ευρώπη, το Media Freedom Rapid Response, να πραγματοποιήσει μια αποστολή για την κατάσταση της ελευθερίας του Τύπου στην Ελλάδα».

Ο οργανισμός πρέπει να δημοσιεύσει την έκθεσή του στις αρχές Φεβρουαρίου και να την υποβάλει στα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα, συμπληρώνει το δημοσίευμα.
Και συνεχίζει παρατηρώντας πως «τους τελευταίους μήνες, μια σειρά από επιθέσεις κατά της ελευθερίας του Τύπου καταγράφονται στην Ελλάδα. Τον Δεκέμβριο, το κοινοβούλιο ψήφισε νόμο που τιμωρεί τη διάδοση ψευδών πληροφοριών με έως και πέντε χρόνια φυλάκιση». «Μόνο η Ουγγαρία στην Ευρώπη προσπάθησε να φιμώσει τον Τύπο με αυτόν τον τρόπο», παρατηρεί ο Pavol Szalai.

«Η κατάσταση είναι ανησυχητική»

Το δημοσίευμα κάνει αναφορά και στις επιθέσεις και προσπάθειες δολοφονίας χαρακτήρα που δέχθηκε η Ολλανδή ανταποκρίτρια στην Ελλάδα Ingeborg Beugel επειδή τόλμησε να πει στον Κυριάκο Μητσοτάκη ότι «ψεύδεται» για τις επαναπροωθήσεις μεταναστών που επιχειρεί η ελληνική ακτοφυλακή στο Αιγαίο.

Η εφημερίδα σημειώνει ότι η ανταποκρίτρια αντιμετώπισε μια εκστρατεία συκοφαντικής δυσφήμισης στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και δέχθηκε επίθεση στο δρόμο κοντά στο σπίτι της. Στη συνέχεια παραθέτει δήλωση του Pavol Szalai, με αφορμή τις αποκαλύψεις της «Εφ.Συν.» για τις παρακολουθήσεις πολιτών από την ΕΥΠ αλλά και για τις λίστες  Πέτσα. «Η ελληνική κυβέρνηση κατηγορείται επίσης ότι κατασκόπευε δημοσιογράφους που εργάζονταν σε θέματα μετανάστευσης και ότι κατέβαλε βοήθεια κατά τη διάρκεια της πανδημίας με άδικο τρόπο, ευνοώντας τα φιλοκυβερνητικά ΜΜΕ», σημειώνει ο Pavol Szalai.

Ενδιαφέρον έχει τέλος η δήλωση του Wiseman του Διεθνούς Ινστιτούτου Τύπου που παραθέτει η Monde: «Η κατάσταση στην Ελλάδα είναι ανησυχητική. Οι δημοσιογράφοι αντιμετωπίζουν εκφοβισμό μέσα από πολιτικοποιημένες δίκες και η έλλειψη πλουραλισμού στο τοπίο των μέσων ενημέρωσης είναι ένα πρόβλημα».

Από την οικονομική κρίση, ο τομέας των μέσων ενημέρωσης έχει καταστραφεί. «Οι ολιγάρχες και οι εφοπλιστές, που έχουν συμφέρον να έχουν καλές σχέσεις με τη Συντηρητική κυβέρνηση για να κερδίσουν αναθέσεις, κατέχουν την πλειοψηφία των μέσων ενημέρωσης-συνεχίζει ο αναλυτής-. Αυτό περιορίζει πολύ τη δυνατότητα κριτικής της εξουσίας που υπάρχει. »