Facebooktwitterlinkedinmail

Ακτιβιστές και μερίδα των διεθνών ΜΜΕ υποστηρίζουν ότι μια σκληρή και πιο επιτακτική γλώσσα, με όρους όπως «κλιματική έκτακτη ανάγκη», θα ευαισθητοποιούσε τους πολίτες ώστε να δραστηριοποιηθούν για τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, ισχυρισμός που δεν επιβεβαιώνεται από πρόσφατη έρευνα.
Ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι μιλούν για τον πλανήτη μας που υπερθερμαίνεται μετεξελίσσεται. Εχουν κυκλοφορήσει κάποιες ουδέτερες φράσεις όπως «υπερθέρμανση του πλανήτη», αλλά υπάρχουν και υποβλητικές λέξεις όπως «κρίση» και «έκτακτη ανάγκη».

Μερικοί ακτιβιστές υποστήριξαν ότι μια πιο επιτακτική γλώσσα θα κάνει τους ανθρώπους να συνειδητοποιήσουν ότι η κλιματική αλλαγή είναι ήδη εδώ, προκαλώντας εντονότερη προσπάθεια για τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Και όπως γράφτηκε πριν από δύο χρόνια σε ένα άρθρο γνώμης στον Guardian, «Ο πλανήτης μας βρίσκεται σε κρίση. Αλλά μέχρι να το ονομάσουμε κρίση, κανείς δεν θα ακούει».

Νέα έρευνα, ωστόσο, θέτει υπό αμφισβήτηση αυτή την υπόθεση. Μια μελέτη που δημοσιεύτηκε πρόσφατα στο περιοδικό Climatic Change είναι μεταξύ των πρώτων που εξετάζει τις επιπτώσεις χρήσης των πιο πρόσφατων ορισμών, της «κλιματικής κρίσης» και της «κλιματικής έκτακτης ανάγκης». Σύμφωνα με αυτήν, η ανάγνωση αυτών των φράσεων «δεν είχε καμία επίδραση στη δημόσια συμμετοχή», μετρώμενη ως προς το αν οι λέξεις είχαν αλλάξει τα συναισθήματα των ανθρώπων, την υποστήριξή τους για την κλιματική πολιτική ή την πεποίθησή τους ότι η δράση θα μπορούσε να κάνει τη διαφορά.

«Ημασταν αρκετά έκπληκτοι που η ορολογία έχει τόσο ελάχιστα αποτελέσματα», δήλωσε η Λόρεν Φέλντμαν, καθηγήτρια Μελετών Μέσων Ενημέρωσης στο Πανεπιστήμιο Ράτγκερς και συν-συγγραφέας της μελέτης. Οι ερευνητές βρήκαν ένα παράδειγμα όπου μια ισχυρότερη φράση απέτυχε: οι ειδησεογραφικοί οργανισμοί που υιοθέτησαν την «κλιματική έκτακτη ανάγκη» θεωρήθηκαν ελαφρώς λιγότερο αξιόπιστοι, ίσως επειδή θα μπορούσε να ακούγεται ανησυχητική.

Αυτό που κάνει ένα δημοσιογραφικό άρθρο να έχει απήχηση στους αναγνώστες έχει να κάνει περισσότερο με το θέμα του. Οι ειδήσεις που δίνουν έμφαση στην ανάληψη δράσης τείνουν να κάνουν τους ανθρώπους να αισθάνονται αισιόδοξοι. Τα άρθρα που τονίζουν τις λύσεις θεωρούνται επίσης πιο αξιόπιστα και οι αναγνώστες τα δέχονται περισσότερο. Από την άλλη, οι ειδήσεις για καταστροφές αποδυναμώνουν τους ανθρώπους. «Η εστίαση στην απειλή και στις αρνητικές επιπτώσεις και τις πολιτικές συγκρούσεις γύρω από την κλιματική αλλαγή μπορεί να οδηγήσει στην ακινησία», λέει η Φέλντμαν. Αξίζει να σημειωθεί, ωστόσο, ότι η συμπεριφορά είναι περίπλοκη και ότι ούτε η ελπίδα ούτε ο φόβος δίνουν κίνητρο στους ανθρώπους να δράσουν για την κλιματική αλλαγή.

Αρνητικές επιδράσεις
Υπάρχουν πολλοί προβληματισμοί για το πώς θα ονομάσουμε τις χαοτικές αλλαγές που εκτυλίσσονται στον πλανήτη μας. Οι επιστήμονες τείνουν να προτιμούν την «κλιματική αλλαγή» από την «υπερθέρμανση του πλανήτη», επειδή αποτυπώνει μια ευρύτερη εικόνα τού τι συμβαίνει – όχι μόνο τις υψηλότερες θερμοκρασίες, αλλά και τις αλλαγές όσον αφορά τις πλημμύρες, τους ωκεανούς και πολλά άλλα. Η φράση τυγχάνει επίσης να αρέσει σε κάποιους συντηρητικούς πολιτικούς, επειδή προφανώς ακούγεται λιγότερο τρομακτική από την «υπερθέρμανση του πλανήτη».

Αλλά ορισμένοι ακτιβιστές και επιστήμονες πιστεύουν ότι και οι δυο εκφράσεις ακούγονται σαν κούφια υποεκτίμηση. Ετσι, άρχισαν να υιοθετούν μια πιο γλαφυρή γλώσσα, όπως το «κλιματικό χάος» και η «παγκόσμια παραξενιά», που παραπέμπει στα περίεργα καιρικά μοτίβα που εκδηλώνονται παντού. Το 2019, ο Guardian προκάλεσε σάλο όταν ανακοίνωσε ότι θα εγκατέλειπε την «κλιματική αλλαγή» για μια πιο «ακριβή» γλώσσα που θα περιλάμβανε λέξεις όπως «κλιματική έκτακτη ανάγκη», «κλιματική κρίση» ή «κλιματική κατάρρευση».

«Θέλουμε να διασφαλίσουμε ότι είμαστε επιστημονικά ακριβείς, ενώ παράλληλα επικοινωνούμε ξεκάθαρα με τους αναγνώστες για αυτό το πολύ σημαντικό θέμα. Η φράση “κλιματική αλλαγή”, για παράδειγμα, ακούγεται μάλλον παθητική και ήπια όταν αυτό για το οποίο μιλούν οι επιστήμονες είναι μια καταστροφή για την ανθρωπότητα», ανέφερε η αρχισυντάκτρια του Guardian, Κάθριν Βίνερ.

Η φράση «κλιματική κρίση» άρχισε να εμφανίζεται παντού: σε πρωτοσέλιδα, ομιλίες σε συνέδρια και στο Κογκρέσο των ΗΠΑ. Και πρόσφατα, βρήκε ακόμη ένα στήριγμα μπαίνοντας στο Αγγλικό Λεξικό της Οξφόρδης ως η λέξη της χρονιάς για το 2019. Η ώθηση της «κλιματικής έκτακτης ανάγκης» έχει πάρει μια ελαφρώς διαφορετική πορεία, με τους υποστηρικτές της να απαιτούν από τις κυβερνήσεις να κηρύξουν κατάσταση έκτακτης ανάγκης για το κλίμα.

Περίπου 2.000 πόλεις, δημοτικά συμβούλια και χώρες σε όλο τον κόσμο το έχουν ήδη κάνει. Ωστόσο, το πλαίσιο της «έκτακτης ανάγκης» μπορεί να έχει αρνητική επίδραση στην αξιοπιστία και το ενδιαφέρον των ειδήσεων, ίσως λόγω του ότι εκλαμβάνεται ως κάτι ανησυχητικό ή συνταρακτικό.

Αυτά τα αποτελέσματα, λέει η Φέλντμαν, δεν σημαίνουν ότι κάποιος πρέπει να σταματήσει να λέει για το κλίμα «κλιματική έκτακτη ανάγκη» ή παρόμοιους όρους. Τα λόγια από μόνα τους μπορεί να είναι απίθανο να παρακινήσουν κάποιον να υποστηρίξει την ταχεία δράση για το κλίμα, αλλά «αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είναι σημαντικά με άλλους τρόπους», επισημαίνει.

Σύμφωνα με την ίδια, όπως και να ’χει η νέα ορολογία, αντικατοπτρίζει μια ευρύτερη αλλαγή: δημοσιογράφοι, πολιτικοί και επιστήμονες μιλούν όλοι για το κλίμα ως κάτι που αξίζει την άμεση προσοχή. Ομως, το να παρακινήσεις τους ανθρώπους να δράσουν απαιτεί κάτι περισσότερο από τα δυνατά λόγια και τον λεξιλογικό ακτιβισμό.