Facebooktwitterlinkedinmail

Νέες αυξήσεις στις χρεώσεις ρεύματος που, για ξεκίνημα, μπορεί να φτάσουν στο 70% φέρνουν οι σχεδιασμοί της κυβέρνησης σε συνδυασμό με τον βαρύ καύσωνα. Μπορεί ο πρωθυπουργός να άφησε τις διακοπές για να εποπτεύσει χθες σε έκτακτη σύσκεψη για την επάρκεια του ηλεκτρικού συστήματος, στο τέλος όμως ομολόγησε ουσιαστικά την αποτυχία καλώντας τους καταναλωτές σε «ατομική ευθύνη» για μείωση της κατανάλωσης.

Ο κίνδυνος ενός ή και περισσότερων «μπλακ άουτ» σε ολόκληρη τη χώρα παραμένει ορατός καθώς η ζήτηση αυξάνεται συνεχώς και σήμερα το μεσημέρι, μεταξύ 12 και 4 μ.μ. αναμένεται να ξεπεράσει τις 10.000 μεγαβατώρες (MWh), όταν τον περασμένο Απρίλιο έμενε κάτω από τις 6.000 MWh. Η αγορά που «όλα τα λύνει» δεν φαίνεται έτοιμη να καλύψει αυτές τις ανάγκες. Αντιθέτως, εμφανίζεται αποφασισμένη να απογειώσει τα τιμολόγια χρέωσης που έχουν πάρει την ανηφόρα το τελευταίο δίμηνο, με πρόφαση την αυξημένη ζήτηση.

Το καλοκαίρι μπήκε με αλλεπάλληλες αυξήσεις στις τιμές χονδρικής, όπως αυτές υπολογίζονται μέσω του Χρηματιστηρίου Ενέργειας. Με αλλεπάλληλα ρεπορτάζ, η «Εφ.Συν.» αναφέρθηκε στο ράλι που ξεκίνησε με τις πρώτες ζέστες του Ιουνίου, όταν κάποιες μέρες η τιμή ξεπέρασε τα 100 ευρώ ανά MWh έναντι 50 ευρώ τον περασμένο χειμώνα και κάτω από 30 στους πρώτους μήνες της πανδημίας το 2020.

Τελικά, ο Ιούνιος έκλεισε με μέση τιμή μηνός πάνω από τα 83 ευρώ, αλλά ο Ιούλιος αναμένεται να κλείσει γύρω στα 100. Και τώρα, με την αγορά του ηλεκτρισμού να «κρέμεται από μια κλωστή» λόγω κινδύνου μπλακ άουτ, η κλωστή αυτή αποδεικνύεται χρυσή, καθώς η τιμή ξεκίνησε την 1η Αυγούστου στα 133,51 ευρώ, έφτασε χθες στα 144,54 και σήμερα (3/8/2021) πέρασε στα 154,08 ευρώ, δηλαδή τριπλάσια από τον περασμένο Φεβρουάριο.

Καθετοποίηση… αυξήσεων

Υπενθυμίζεται ότι με βάση τις τιμές αυτές αγοράζουν ρεύμα όλοι όσοι εμπορεύονται ηλεκτρική ενέργεια. Προφανώς, όμως, όσοι παράγουν μόνοι τους την ενέργεια αυτή (ΔΕΗ, ΗΡΩΝ, Μυτιληναίος και Elpedison), βρίσκονται σε πλεονεκτικότερη θέση καθώς επωφελούνται από τις αυξημένες τιμές χονδρικής πιέζοντας μέσω των αυξήσεων όλους τους υπόλοιπους μη καθετοποιημένους «παίκτες». Για τους καταναλωτές όμως υπάρχει μόνο η… καθετοποίηση στην αύξηση των τιμολογίων.

Χιλιάδες πολίτες που είχαν δελεαστεί τους προηγούμενους μήνες από τα φθηνά (σε σχέση με την ΔΕΗ) τιμολόγια με τις ρήτρες στα «ψιλά γράμματα», αναγκάζονται ήδη να πληρώσουν τις συνέπειες από τις αυξημένες τιμές χονδρικής. Το μεγαλύτερο χτύπημα όμως απειλείται από τη ΔΕΗ καθώς την ερχόμενη Πέμπτη 5 Αυγούστου αλλάζει ο τρόπος χρέωσης για το Οικιακό Τιμολόγιο Γ1 με τεράστιο αριθμό πελατών.

Στο τιμολόγιο αυτό ισχύει από την 5/8/2021 Ρήτρα Αναπροσαρμογής με βάση τη τιμή χονδρικής. Οταν ανακοινώθηκε η αλλαγή, πριν από σχεδόν δύο μήνες, διαφημίστηκε ως έκπτωση 30% που προσφέρει η ΔΕΗ στους καταναλωτές. Αυτή η έκπτωση όμως θα δοθεί αφού υπολογιστεί η αύξηση λόγω της τιμής χονδρικής και μάλιστα με «τιμή βάσης» τα 50 ευρώ. Δεδομένου ότι ήδη ο Ιούλιος έκλεισε με μέση τιμή τα 100 ευρώ ανά MWh, αυτό σημαίνει διπλασιασμός και αύξηση 100% στη χρέωση για την κατανάλωση ενέργειας. Ετσι η έκπτωση του 30% καταλήγει σε αύξηση 70% που μπορεί να εκτοξευτεί ακόμη περισσότερο εάν το ράλι συνεχιστεί τον Αύγουστο που ξεκίνησε με τριπλάσιες τιμές σε σχέση με τα 50 ευρώ «βάσης».

Αφαντες προτάσεις ΡΑΕ

Για τους καταναλωτές δεν φαίνεται να υπάρχουν ελπίδες. Υποτίθεται πως η αγορά λειτουργεί ελεύθερα με βάση την προσφορά και τη ζήτηση και τους όρους που αποφασίζει η ανεξάρτητη Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας (ΡΑΕ). Μετά την κούρσα ανόδου των τιμών χονδρικής, η ΡΑΕ προσπάθησε εδώ και εβδομάδες να θέσει σε διαβούλευση ένα σύστημα ελέγχου με πλαφόν 30% στις επιτρεπόμενες αυξήσεις. Φαίνεται όμως ότι οι αντιδράσεις από τους παραγωγούς ρεύματος είναι μεγάλες, καθώς το κείμενο διαβούλευσης δεν έχει ακόμη βγει στη δημοσιότητα, ενώ πληροφορίες αναφέρουν ότι το πλαφόν του 30% δεν θα περιληφθεί καν ως πρόταση.

Από την πλευρά της η κυβέρνηση προσπάθησε να αποφύγει κάθε συζήτηση επί του θέματος των τιμολογίων, καθώς επικεντρώθηκε να δείξει εικόνα ισχυρής κινητοποίησης για να αποφευχθεί ο κίνδυνος μπλακ άουτ. Μια πρώτη σύσκεψη έγινε την Κυριακή με τον υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας Κ. Σκρέκα, τον πρόεδρο της ΡΑΕ Αθ. Δαγούμα, τον επικεφαλής της Ομάδας Διαχείρισης Κρίσης και μέλος της Ολομέλειας της ΡΑΕ, Δ. Φούρλαρη και στελέχη του ΑΔΜΗΕ (δίκτυο υψηλής τάσης), του ΔΕΣΦΑ, του ΔΕΔΔΗΕ (δίκτυο μέσης-χαμηλής τάσης), της ΔΕΗ και των άλλων ηλεκτροπαραγωγών.

Για χθες είχε ανακοινωθεί νέα σύσκεψη υπό τον κ. Σκρέκα αλλά στο Εθνικό Κέντρο Ελέγχου Ενέργειας του ΑΔΜΗΕ στο Κρυονέρι εμφανίστηκε τελικώς ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης. Ο κ. Μητσοτάκης σύγκρινε τον τωρινό καύσωνα με εκείνον του 1987 λέγοντας πως έχει γίνει «ό,τι είναι ανθρωπίνως δυνατόν για να εξασφαλιστεί η ηλεκτροδότηση της χώρας» και να μην καταρρεύσει το σύστημα.

Το 1987, βέβαια, δεν υπήρχαν κλιματιστικά παντού ούτε και η αγορά εκμεταλλευόταν τη ζήτηση για να επιβάλει αυξήσεις. Τριάντα τέσσερα χρόνια αργότερα, ο πρωθυπουργός ζήτησε από τους καταναλωτές να μην ανάβουν ηλεκτρικούς θερμοσίφωνες μεταξύ 7 και 10 το βράδυ και να σβήνουν τα φώτα (!) λέγοντας ότι εκείνες τις ώρες δεν αποδίδουν ενέργεια τα φωτοβολταϊκά συστήματα.

Ζήτω οι λιγνίτες!

Η πικρή αλήθεια είναι πως όχι μόνον τα φωτοβολταϊκά, αλλά και οι ανεμογεννήτριες αποδείχτηκαν εντελώς ανίσχυρες να αντιμετωπίσουν τη ζήτηση σε συνθήκες καύσωνα, καθώς καλύπτουν μόλις το 5% της ζήτησης. Ετσι, το σύστημα προσπαθεί να αντιμετωπίσει όπως όπως τις ανάγκες με τρεις τρόπους:

■ Επαναφέρει σε λειτουργία πλήθος λιγνιτικών μονάδων της ΔΕΗ, μεταξύ των οποίων κάποιες που παρέμεναν σβησμένες επί μήνες στο πλαίσιο των εξαγγελιών Μητσοτάκη από τον Σεπτέμβριο του 2019 για εσπευσμένη απολιγνιτοποίηση. Οι λιγνιτικές μονάδες καλύπτουν πάνω από το 15% της ζήτησης.

■ Τεράστιο τμήμα των αναγκών που πλησιάζει το 20% καλύπτεται από τις εισαγωγές. Οι διασυνδέσεις αγγίζουν τα όρια δυναμικότητάς τους, καθώς εισάγονται 1.500 MWh εκ των οποίων το ένα τρίτο από Τουρκία, άλλο τόσο από τη Βόρεια Μακεδονία και το υπόλοιπο από Βουλγαρία και Αλβανία.

■ Μια τρίτη δυνατότητα αφορά το σύστημα διακοψιμότητας, βάσει του οποίου μεγάλες ενεργοβόρες βιομηχανίες (π.χ. χαλυβουργίες) πληρώνονται για να μην παράγουν με βάση συμβάσεις που αποδίδουν έως και 40 εκατομμύρια ευρώ ετησίως. Μέσω της διακοψιμότητας μπορούν να εξοικονομηθούν έως και 800 MWh για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα όταν υπάρχει αιχμή στη ζήτηση. Πάντως, όταν εφαρμόστηκε το ίδιο σύστημα σε περίοδο ολικού παγετού το 2017, το σύστημα προέβλεπε εξοικονόμηση 1.100 MWh. Ομως, οι αρμόδιοι έκριναν ότι δεν χρειάζεται να υπάρχει τόσο μεγάλη δυνατότητα εξοικονόμησης στο μέλλον. Ακόμη χειρότερα, δεν προβλέπεται καθόλου δυνατότητα διακοψιμότητας μετά τον Σεπτέμβριο του 2021

efsyn