Facebooktwitterlinkedinmail

«Οι τράπεζες πρέπει να κάνουν πολύ περισσότερα στα επιτόκια καταθέσεων, διότι πρέπει να λειτουργήσει ο ανταγωνισμός και να έχουν οι πολίτες καλύτερα επιτόκια καταθέσεων. Ως εκεί μπορούμε να πάμε στη φάση αυτή», δήλωσε ο αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών, Θεόδωρος Σκυλακάκης.
Έπιασε τόπο η στάση του Χρήστου Σταϊκούρα στις τράπεζες, αλλά έχει αρκετό τόπο να πιάσει ακόμα, ξεκαθάρισε ο Θεόδωρος Σκυλακάκης, μιλώντας στον Σκάι.

Για τα δάνεια, ο Θόδωρος Σκυλακάκης εξήγησε ότι πιέσαμε στο βαθμό που μπορούμε να πιέσουμε γιατί αν παρέμβουμε θα εκληφθεί αυτόματα ως μετατροπή των δάνειων αυτών σε κόκκινα από τους Ευρωπαίους. «Οπότε, επειδή οι ελληνικές τράπεζες έχουν τα χειρότερα κόκκινα δάνεια σε όλη την Ευρώπη είμαστε περισσότερο δέσμιοι στο να παρέμβουμε εμείς» διευκρίνισε.

Οι παρεμβάσεις που ανακοίνωσαν οι τράπεζες καλύπτουν 30.000 ανθρώπους με ικανοποιητικό τρόπο εξήγησε ο αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών.

«Επί πολλά χρόνια δεν δάνειζαν, τώρα αρχίζουν να δίνουν νέα δάνεια, αλλάζει το μείγμα, και εκεί μπορούμε να δούμε βελτιώσεις» σημείωσε. «Βασική δουλειά των τραπεζών είναι να δανείζουν, άλλα αποτελεσματικά, χωρις κόκκινα δάνεια».

Για το ενδεχόμενος ρύθμισης 120 δόσεων αποσαφήνισε ότι οι θεσμοί «έχουν έντονη άποψη, και αρνητική», ιδιαίτερα αυτήν την περίοδο. «Η χώρα δεν έχει ακόμα κατακτήσει την επενδυτική βαθμίδα και ακόμα κι αν την κατακτήσει, πιστεύουμε το 2003 είναι χώρα υπό απλή εποπτεία μαζί με τις άλλες».

Σε ό,τι αφορά τις προμήθειες ο υπουργός σχολίασε ότι είναι καθαρά θέμα λειτουργίας ανταγωνισμού στο εσωτερικό του τραπεζικού συστήματος.

Ο κ. Σκυλακάκης επισήμανε ότι η Ελλάδα θα μείνει εκτός ύφεσης το 2023, πιθανότατα με 1,8% ανάπτυξη, και πρωτογενές πλεόνασμα 0,7%, δηλαδή ένα «καλό μείγμα» που θα οδηγήσει την ελληνική οικονομία στην επενδυτική βαθμίδα και θα της επιτρέψει να «αλλάξει πίστα».

Πάνω από 50 δισ. στο δημόσιο κόστισε η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών από το 2012

Οι ανακεφαλαιοποιήσεις των ελληνικών τραπεζών από το 2012 και μετά και του κόστους τους για το Δημόσιο αλλά και την οικονομία συνολικά εξετάζουν σε μελέτη τους για το ENA (Ινστιτούτο Εναλλακτικών Πολιτικών) η Κερασίνα Ραυτοπούλου, πρώην μέλος Γενικού Συμβουλίου του ΤΧΣ, ανώτερο τραπεζικό στέλεχος και επιστημονική συνεργάτιδα του ΕΝΑ, και ο Κυριάκος Αντωνάκος, οικονομολόγος, συντονιστής Ομάδας Χρηματοπιστωτικών Αναλύσεων του Ινστιτούτου.
Το ελληνικό Δημόσιο και οι Ελληνες φορολογούμενοι είναι οι μεγάλοι χαμένοι των τραπεζικών ανακεφαλαιοποιήσεων, σύμφωνα με τους μελετητές, που επισημαίνουν επίσης ότι «χάθηκε μια μοναδική ευκαιρία για τη ριζική μεταρρύθμιση και τον εκσυγχρονισμό του τραπεζικού συστήματος που, δώδεκα χρόνια μετά, διατηρεί παθογένειες του παρελθόντος».

Το τραπεζικό σύστημα κάθε άλλο από πιο ανταγωνιστικό και πλουραλιστικό μπορεί να χαρακτηριστεί σήμερα, καθώς ο εξαιρετικά υψηλός βαθμός συγκεντροποίησης της τραπεζικής αγοράς στις τέσσερις συστημικές τράπεζες δημιουργεί το έδαφος και τις προϋποθέσεις για εναρμονισμένες πρακτικές.

Βασικά στοιχεία της μελέτης:

Σωρευτικά, η αξία συμμετοχής του Δημοσίου στις τράπεζες (δηλαδή η ενίσχυση των τραπεζών με αύξηση του δημόσιου χρέους), σύμφωνα με τις ενδιάμεσες οικονομικές καταστάσεις του ΤΧΣ καθώς και την ΤτΕ, ξεπερνά τα 50 δισ. ευρώ.
Απώλεια της τάξης των 27,1 δισ. ευρώ αφορούσε τη διακυβέρνηση της περιόδου 2012-2014 (1η και 2η ανακεφαλαιοποίηση), καθώς η εναπομείνασα αξία των 49,7 δισ. ευρώ διαμορφωνόταν σε 22,5 δισ. ευρώ (11,6 δισ. ευρώ αξία μετοχών τραπεζών που κατείχε το ΤΧΣ και 10,9 δισ. ευρώ αξία ομολόγων EFSF στο ΤΧΣ).
Απώλεια κατά 11,9 δισ. ευρώ αφορούσε τη διακυβέρνηση της περιόδου 2015-2019, καθώς η εναπομείνασα αξία των 22,5 δισ. ευρώ, πλέον της τρίτης ανακεφαλαιοποίησης 5,7 δισ. ευρώ του 2015, διαμορφωνόταν σε 3,426 δισ. ευρώ το πρώτο εξάμηνο του 2019.
Η μη σύνδεση των ανακεφαλαιοποιήσεων με την επίλυση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και με μέτρα εταιρικής διακυβέρνησης των τραπεζών την περίοδο 2012-2014 οδήγησε σε αύξηση των «κόκκινων» δανείων (από 9,5% το 2009 σε 43,5% το 2014, από 14,2 δισ. ευρώ το 2008 έφτασαν περίπου τα 97,7 δισ. ευρώ).
Η διασύνδεση του πολιτικού συστήματος με τις τράπεζες και με συμφέροντα στα ΜΜΕ οδήγησε σε αγνόηση του δημοσίου συμφέροντος.
Πέρα από την απώλεια της τάξης των 27,1 δισ. ευρώ της αξίας των μετοχών του ΤΧΣ, κατά τη διάρκεια της περιόδου 2012-2014 απωλέσθηκαν και σημαντικά δικαιώματα του κράτους στη διοίκηση των τραπεζών τις οποίες είχε διασώσει.

 

Σε 11,6% διαμορφώθηκε το ποσοστό της ανεργίας στη χώρα το γ’ τρίμηνο εφέτος, από 12,4% το β’ τρίμηνο 2022 και έναντι 13% το γ’ τρίμηνο του 2021.
Ο αριθμός των ανέργων ανήλθε σε 555.567 άτομα, παρουσιάζοντας μείωση 6,1% σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο και μείωση 9,7%, σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του προηγούμενου έτους. Ωστόσο, περίπου 350.000 άτομα είναι μακροχρόνια άνεργοι, ήτοι αναζητούν εργασία έναν και πλέον χρόνο χωρίς να βρίσκουν.

Σύμφωνα με την τριμηνιαία έρευνα εργατικού δυναμικού της ΕΛΣΤΑΤ, στις γυναίκες το ποσοστό ανεργίας ανήλθε σε 15,4% έναντι 8,7% στους άνδρες.

Ηλικιακά, τα υψηλότερα ποσοστά καταγράφονται στις ηλικίες 15- 19 ετών (40,2%) και 20- 24 ετών (27,6%). Ακολουθούν οι ηλικίες 25- 29 ετών (18,3%), 30- 44 ετών (11,9%), 45- 64 ετών (8,1%) και 65 ετών και άνω (7,2%).

Σε επίπεδο περιφερειών της χώρας, στις τρεις πρώτες θέσεις βρίσκονται η Δυτική Μακεδονία (19,1%), η Θεσσαλία (17,2%) και η Ήπειρος (15,2%). Ακολουθούν, η Κεντρική Μακεδονία (13,7%), η Στερεά Ελλάδα (12,9%), η Ανατολική Μακεδονία- Θράκη (12,8%), η Πελοπόννησος (12,8%), η Δυτική Ελλάδα (12,1%), η Αττική (9,9%), το Βόρειο Αιγαίο (8,9%), η Κρήτη (8,2%), οι Ιόνιοι Νήσοι (7,3%) και το Νότιο Αιγαίο (5,1%).

Από τα στοιχεία της έρευνας προκύπτει επίσης ότι οι βασικοί λόγοι που σταμάτησαν οι άνεργοι να εργάζονται είναι είτε διότι η εργασία τους ήταν περιορισμένης διάρκειας και τελείωσε (30,6%) είτε διότι απολύθηκαν (17,3%). Το ποσοστό των ανέργων που δεν έχουν εργαστεί στο παρελθόν (νέοι άνεργοι) είναι 25%. Η πλειονότητα των ανέργων (62,9%) αναζητεί εργασία ένα έτος ή περισσότερο (μακροχρόνια άνεργοι). Επίσης, η πλειονότητα των ανέργων έχει ολοκληρώσει έως δευτεροβάθμια εκπαίδευση (58,9%). Το ποσοστό των ανέργων που δηλώνουν ότι δεν είναι εγγεγραμμένοι στη ΔΥΠΑ (ΟΑΕΔ) ανέρχεται σε 17,8%, ενώ το ποσοστό αυτών που δηλώνουν ότι λαμβάνουν επίδομα ή βοήθημα από τη ΔΥΠΑ (ΟΑΕΔ) ανέρχεται σε 12%.

Παράλληλα, ο αριθμός των απασχολουμένων ανήλθε σε 4.216.038 άτομα, παρουσιάζοντας αύξηση 1,2% σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο και αύξηση 2,4%, σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του προηγούμενου έτους. Το μεγαλύτερο ποσοστό των απασχολουμένων εργάζονται ως μισθωτοί (70,3%), ενώ σημαντικό είναι και το ποσοστό των αυτοαπασχολουμένων χωρίς προσωπικό (19,1%). Το ποσοστό μερικής απασχόλησης ανέρχεται σε 7,2%, ενώ το ποσοστό των ατόμων που έχουν προσωρινή εργασία σε 8,2%. Η μερική απασχόληση εμφανίζει μείωση 12,8% σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο και 8,9% σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του προηγούμενου έτους. Η προσωρινή απασχόληση έχει αυξηθεί τόσο σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο (5,3%), όσο και σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του προηγούμενου έτους (3,9%).

Τα επαγγέλματα που συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο ποσοστό των απασχολουμένων είναι οι απασχολούμενοι στην παροχή υπηρεσιών και πωλητές (22,5%) και οι επαγγελματίες (21,4%). Σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο, η μεγαλύτερη αύξηση παρατηρείται στους ανειδίκευτους εργάτες, χειρώνακτες και μικροεπαγγελματίες και στους τεχνικούς και ασκούντες συναφή επαγγέλματα (5,8% και 3,8% αντίστοιχα), ενώ μείωση παρατηρείται στους επαγγελματίες (0,9%). Σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του προηγούμενου έτους, η μεγαλύτερη αύξηση εμφανίζεται στους επαγγελματίες και στους ανειδίκευτους εργάτες, χειρώνακτες και μικροεπαγγελματίες (10% και 9%, αντίστοιχα), ενώ παρατηρείται μείωση στους τεχνικούς και ασκούντες συναφή επαγγέλματα (6,7%) και στους υπαλλήλους γραφείου (2,7%).

Το μεγαλύτερο ποσοστό των απασχολουμένων (48,6%) δηλώνει ότι εργάστηκε 40- 47 ώρες την εβδομάδα αναφοράς, ενώ ένα σημαντικό ποσοστό (21,7%) δηλώνει ότι εργάστηκε 48 ή περισσότερες ώρες. Η πλειονότητα των απασχολουμένων (78,1%) δηλώνει ότι εργάστηκε τις συνήθεις ώρες κατά την εβδομάδα αναφοράς. Το 8% δηλώνει ότι θα επιθυμούσε να εργάζεται περισσότερες ώρες, το 3,3% είναι υποαπασχολούμενοι μερικής απασχόλησης, οι οποίοι θα ήθελαν να εργάζονται περισσότερο και θα μπορούσαν να αρχίσουν να εργάζονται περισσότερο μέσα στις επόμενες δύο εβδομάδες, και το 1,6% έχει παραπάνω από μία εργασία.

Τέλος, τα άτομα που δεν περιλαμβάνονται στο εργατικό δυναμικό ή «άτομα εκτός του εργατικού δυναμικού» (τα άτομα που δεν εργάζονται ούτε αναζητούν εργασία) ανήλθαν σε 4.276.631 άτομα. Τα άτομα εκτός του εργατικού δυναμικού κάτω των 75 ετών ανήλθαν σε 3.060.938 άτομα και το ποσοστό τους μειώθηκε 0,7% σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο και 2,2% σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του προηγούμενου έτους.

Η πλειονότητα των ατόμων εκτός του εργατικού δυναμικού ηλικίας 15- 74 ετών, είτε δεν έχουν εργαστεί ποτέ στο παρελθόν (47,3%) είτε έχουν περάσει περισσότερα από 8 έτη από τότε που σταμάτησαν την τελευταία εργασία τους (29,9%). Από τα άτομα που εργάστηκαν μέσα στα τελευταία 8 έτη, το μεγαλύτερο ποσοστό σταμάτησε να εργάζεται επειδή συνταξιοδοτήθηκε (61%), ή επειδή η εργασία του ήταν περιορισμένης διάρκειας και τελείωσε (13,5%).

Το 92,2% των ατόμων εκτός του εργατικού δυναμικού δηλώνει ότι δεν θέλουν να εργάζονται, το 0,5% δηλώνει ότι αναζητεί εργασία αλλά δεν είναι άμεσα διαθέσιμοι να την αναλάβουν, ενώ το 4,7% δηλώνει ότι είναι διαθέσιμοι για να αναλάβουν εργασία άμεσα αλλά δεν αναζητούν.