Facebooktwitterlinkedinmail

Το τέλος της ενισχυμένης εποπτείας για την Ελλάδα η οποία όπως ανακοίνωσε και τυπικά χθες η Κομισιόν θα ισχύσει από τις 20 Αυγούστου κλείνει ουσιαστικά ένα 12ετή κύκλο μνημονίων και οικονομικής συρρίκνωσης. Όπως αναφέρει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν πρόκειται να παρατείνει την ενισχυμένη εποπτεία για την Ελλάδα, όταν αυτή λήξει στις 20 Αυγούστου.
Κατόπιν ανταλλαγών απόψεων με τις ελληνικές αρχές, μεταξύ άλλων στη συνεδρίαση του Eurogroup της 16ης Ιουνίου, η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι η Ελλάδα έχει εκπληρώσει το μεγαλύτερο μέρος των δεσμεύσεων πολιτικής που ανέλαβε έναντι του Eurogroup κατά την έξοδό της από το πρόγραμμα οικονομικής προσαρμογής τον Ιούνιο του 2018 και ότι έχει επιτύχει την αποτελεσματική υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων, ακόμη και υπό τις δυσχερείς συνθήκες που επέφεραν η πανδημία του κορονοϊού και, πιο πρόσφατα, η στρατιωτική επίθεση της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας.

Η Επιτροπή επισημαίνει επίσης ότι, χάρη στις προσπάθειες της Ελλάδας, η ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας έχει βελτιωθεί ουσιαστικά και ότι έχουν μειωθεί σημαντικά οι κίνδυνοι δευτερογενών επιπτώσεων για την οικονομία της ευρωζώνης. Κατά συνέπεια, δεν δικαιολογείται πλέον η διατήρηση της Ελλάδας υπό ενισχυμένη εποπτεία.

Η παρακολούθηση της οικονομικής, δημοσιονομικής και χρηματοπιστωτικής κατάστασης της χώρας θα συνεχιστεί στο πλαίσιο της μεταπρογραμματικής εποπτείας και του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου. Οι εκκρεμείς μεταρρυθμιστικές δεσμεύσεις θα παρακολουθούνται στο πλαίσιο της πρώτης έκθεσης μεταπρογραμματικής εποπτείας που θα εκδοθεί τον Νοέμβριο του 2022, στην οποία μπορεί να βασιστεί η απόφαση του Eurogroup σχετικά με την τελική δόση των μέτρων ελάφρυνσης του χρέους που συμφωνήθηκαν τον Ιούνιο του 2018.

Σημαντικές μεταρρυθμίσεις και επενδύσεις προβλέπονται επίσης στο ελληνικό σχέδιο ανάκαμψης και ανθεκτικότητας.
Η Επιτροπή εκφράζει την ικανοποίησή της για τα επιτεύγματα της Ελλάδας και για τη δέσμευσή της να συνεχίσει τις μεταρρυθμίσεις μετά το τέλος της ενισχυμένης εποπτείας. Ο Εκτελεστικός Αντιπρόεδρος αρμόδιος για μια οικονομία στην υπηρεσία των ανθρώπων κ. Βάλντις Ντομπρόβσκις και ο Επίτροπος Οικονομίας, κ. Πάολο Τζεντιλόνι έχουν ήδη ενημερώσει τις ελληνικές αρχές.

Η προδιαγεγραμμένη εξέλιξη κλείνει τον πολυετή κύκλο των τριμηνιαίων ελέγχων που επιβλήθηκαν με τα μνημόνια, δεν προσφέρεται, όμως, για πανηγυρισμούς γιατί:

α) η εποπτεία θα συνεχιστεί με τη μορφή της απλής επιτήρησης, με ελέγχους ανά εξάμηνο, τουλάχιστον έως το 2059, μέχρι η χώρα μας να αποπληρώσει το 75% του υπέρογκου χρέους της (αυξήθηκε επιπλέον κατά 50 δισ ευρώ λόγω των οριζόντιων ενισχύσεων της πανδημίας) και

β) Η Ελλάδα, όπως διαπιστώνουν όλοι οι διεθνείς οργανισμοί, αντιμετωπίζει κινδύνους λόγω του μεγάλου ελλείμματος, του υψηλού ποσοστού των κόκκινων δανείων, των υψηλών κρατικών εγγυήσεων και των οριζόντιων κρατικών ενισχύσεων. Για τους λόγους αυτούς γίνεται ακόμη πιο δύσκολη η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας.

Η ανακοίνωση Σταϊκούρα
«Η επίτευξη ενός, ακόμη, μεγάλου εθνικού στόχου είναι γεγονός.

Πριν από λίγες ημέρες, με επιστολή τους προς τον Έλληνα Υπουργό Οικονομικών, ο Εκτελεστικός Αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κ. Valdis Dombrovskis και ο Επίτροπος Οικονομίας κ. Paolo Gentiloni επιβεβαίωσαν την έξοδο της Ελλάδας από το καθεστώς Ενισχυμένης Εποπτείας στις 20 Αυγούστου, επισημαίνοντας ότι η χώρα μας υλοποίησε τον κύριο όγκο των δεσμεύσεων πολιτικής που είχε αναλάβει έναντι του Eurogroup, ότι εφάρμοσε αποτελεσματικά μεταρρυθμίσεις – παρά τις αντίξοες συνθήκες που προκάλεσαν η υγειονομική και, πιο πρόσφατα, η γεωπολιτική κρίση – και ότι, έτσι, ενίσχυσε σημαντικά την ανθεκτικότητα της οικονομίας της.

Με την εξέλιξη αυτή, μαζί με την πρόωρη εξόφληση των δανείων από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και την άρση των κεφαλαιακών περιορισμών, κλείνει – ύστερα από 12 χρόνια – ένα δύσκολο κεφάλαιο για την πατρίδα μας.

Η Ελλάδα επιστρέφει στην ευρωπαϊκή κανονικότητα και παύει να αποτελεί εξαίρεση στην Ευρωζώνη.

Το επίτευγμα αυτό αποτελεί καρπό και αναγνώριση των μεγάλων θυσιών της ελληνικής κοινωνίας, της οικονομικής πολιτικής της Κυβέρνησης αλλά και ευρύτερα του μεταρρυθμιστικού έργου της.

Η έξοδος της χώρας από την Ενισχυμένη Εποπτεία έχει πολλαπλά οφέλη:

Ενισχύει τη θέση της Ελλάδας στις διεθνείς αγορές.
Παρέχει πρόσθετη ώθηση στην αναπτυξιακή δυναμική της και στην προσέλκυση επενδύσεων.
Προσδίδει βαθμούς ελευθερίας στην άσκηση οικονομικής πολιτικής, στο πλαίσιο βέβαια των υφιστάμενων κανόνων που ισχύουν για όλα τα ευρωπαϊκά κράτη-μέλη.
Φέρνει πιο κοντά την επίτευξη και του τελευταίου στόχου που έχουμε θέσει, αυτού της ανάκτησης της επενδυτικής βαθμίδας.
Μέχρι σήμερα, παρά τις πρωτόγνωρες, πολυ-επίπεδες κρίσεις και τις νέες – πανευρωπαϊκές και διεθνείς – προκλήσεις, έχουμε αποδείξει, πολίτες και πολιτεία, ότι μπορούμε να τα καταφέρουμε.

Θέτουμε στόχους και με σχέδιο, ενότητα, αποφασιστικότητα, εμπιστοσύνη στις δυνατότητές μας και σκληρή δουλειά, τους κατακτούμε!

Καθιστούμε την πατρίδα μας ολόπλευρα πιο ισχυρή».

Οι παρεμβάσεις της ΕΚΤ
Παράλληλα διατυπώνονται σοβαρές ανησυχίες, καθώς στο σημερινό οικονομικό περιβάλλον έντονων αναταράξεων στις αγορές το ερώτημα είναι ποιες θα ήταν οι επιπτώσεις στο κόστος δανεισμού του ελληνικού δημοσίου (και άλλων χωρών του Νότου) χωρίς τις παρεμβάσεις της ΕΚΤ.

Σύμφωνα με έγκυρες πηγές, από τα 18 δις. ομολόγων του προγράμματος PEPP της πανδημίας που έληξαν τον Ιούνιο η ΕΚΤ διέθεσε τα 17 δις. ευρώ τον Ιούλιο για επαναγορές ομολόγων της Ιταλίας, της Ισπανίας, της Ελλάδας και της Πορτογαλίας.

Για ομόλογα του ελληνικού δημοσίου διατέθηκαν 500-600 εκατ. ευρώ.

Η κεντρική τράπεζα δημιούργησε επίσης τον περασμένο μήνα ένα νέο μέσο προστασίας μετάδοσης που μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε περίπτωση που οι επανεπενδύσεις PEPP δεν καταφέρουν να διατηρήσουν τα spreads υπό έλεγχο. Το εργαλείο επιτρέπει στην ΕΚΤ να αγοράζει τα ομόλογα οποιασδήποτε χώρας θεωρεί ότι αντιμετωπίζει πιέσεις της αγοράς εκτός των οικονομικών προοπτικών, σε απεριόριστη κλίμακα. Οι επενδυτές παρακολουθούν προσεκτικά τα ιταλικά spread για να δουν πότε μπορεί να παρέμβει η ΕΚΤ, με πολλούς να θεωρούν ότι οι 2,5 ποσοστιαίες μονάδες αποτελούν σημαντικό δείκτη.

Ενώ η ΕΚΤ δεν έχει ακόμη χρησιμοποιήσει το νέο εργαλείο, η χρήση των επανεπενδύσεων PEPP δείχνει πόσο πρόθυμοι είναι οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής να κρατήσουν υπό έλεγχο τα spreads.

Την ίδια ώρα στις ΗΠΑ, στο 8,5% υποχώρησε ο πληθωρισμός τον Ιούλιο από 9,1% τον Ιούνιο, περισσότερο από τις αρχικές εκτιμήσεις, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία που ανακοινώθηκαν.

Οι αγορές εκτιμούν ότι η μείωση του πληθωρισμού, στο βαθμό που συνεχιστεί τους επόμενους μήνες θα διευκολύνει τη FED να προχωρήσει σε πιο ήπιες αυξήσεις επιτοκίων. Για ενδείξεις επιβράδυνσης του πληθωρισμού μίλησε ο αμερικανός πρόεδρος Τζο Μπάιντεν αν και προειδοποίησε για “αντίθετους ανέμους” που μπορεί να αντιμετωπίσει η οικονομία τους επόμενους μήνες λόγω του πολέμου στην Ουκρανία, της πανδημίας στην Ασία και των διαταραχών στην εφοδιαστική αλυσίδα.