Facebooktwitterlinkedinmail
Ο Κωνσταντίνος από χτες «αναπαύεται», στους «βασιλικούς τάφους», δίπλα στους προγόνους του, φιλοξενούμενος όμως σε δημόσιο κτήμα, ως πρόσωπο αλλά και ως αναπόσπαστο τμήμα της εθνικής Ιστορίας. Ο θάνατος και η ταφή του είναι εκ των πραγμάτων μια πράξη ιανώτερου στορικού αναστοχασμού και πολιτικού πολιτισμού που επιβεβαιώνει και δεν ακυρώνει επ’ ουδενί την ισχύ της Ελληνικής Δημοκρατίας.
Η Ελλάδα ως τόπος ανέκαθεν φιλόξενος, ο ελληνισμός ως διαχρονικός φορέας πολιτισμού και ανθρωπιάς ασπάζεται και παραχωρεί στον Κωνσταντίνο να εκπληρώσει την τελευταία του επιθυμία να φιλοξενηθεί στην Ελληνική γη.
Η ιστορία είναι γεμάτη από φαντάσματα.
Δηλαδή, πτυχές της που μοιάζουν ξεχασμένες και ξαφνικά θυμίζουν την ύπαρξή τους, εκεί που δεν το περιμένει κανείς. Το 1974 το 70% του Ελληνικού λαού είπε όχι στην Βασιλεία και έκανε τον Κωνσταντίνο ΤΕΩΣ πανηγυρικά. Αυτό δεν αλλάζει. Είναι το πρώτο δυνατό και ηχηρό μήνυμα του Ελληνικού μετά την επταετή κατάλυση της Δημοκρατίας από τους Συνταγματάρχες. Όσο λοιπόν κι αν επιθυμούν οι μειοψηφούντες του 1974 θα πρέπει να σεβαστούν την ετυμηγορία του 70 της % του Ελληνικού λαού και να αποδεχτούν πως είναι μειοψηφία. Σεβασμό επίσης οφείλουμε και σε κάθε αποτέλεσμα δημοψηφίσματος ακόμη κι όταν αυτό παραποιείται ή καταστρατηγείται όπως έγινε πρόσφατα.
Επομένως το θέμα του πολιτεύματος έχει κλείσει οριστικά είτε μας αρέσει είτε όχι.
Κακά τα ψέματα, ένα μεγάλο μέρος της μετεμφυλιακής δεξιάς είχε και τη βασιλεία ως ιδεολογία. Δεν είναι παράλογο ακόμη και μερικές δεκαετίες μετά να υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που σκέπτονται με τέτοιο τρόπο. Ιδίως σε εποχές που οι πολιτικές ταυτότητες έχουν να κάνουν περισσότερο με την εικόνα παρά με την ουσία. Κάτι που σημαίνει ότι για κάποιους ανθρώπους το σημαντικό δεν ήταν τόσο να πουν ότι «νοσταλγούν» τη βασιλεία, όσο να υπογραμμίσουν ότι είναι «δεξιοί». Και εκεί είναι που τα «φαντάσματα της ιστορίας» αποκτούν υπόσταση. Όχι γιατί κινδυνεύει το πολίτευμα, όσο γιατί αποτυπώνονται οι πραγματικές πολιτικές «κουλτούρες» έστω και σε συμβολικό επίπεδο.
Ιδίως σε μια χώρα που για πολλά χρόνια, κυριάρχησε η λογική ότι μπορούσε η κεντροδεξιά να «ενσωματώνει» και πλευρές της «σκληρής» δεξιάς, αρκεί να τις «συγκρατεί». Πολλά, άλλωστε, τα παραδείγματα πολιτικών που έκαναν αυτή τη μεταπήδηση από την ακροδεξιά προς την κεντροδεξιά.
Όμως, η «ενσωμάτωση» αυτή δεν έπιανε πάντα και τότε άρχιζαν τα «φάλτσα».
Όσο για το πόσο ενεργή ήταν η αναπαραγωγή μιας ακροδεξιάς πολιτικής κουλτούρας, το καταλάβαμε όλοι πολύ καλά όταν η Χρυσή Αυγή μπήκε στη Βουλή. Εκεί τα «φαντάσματα» πήραν πολύ επικίνδυνη μορφή. Γιατί τα «φαντάσματα» μπορούν να έχουν απήχηση. Τι είναι αυτό που κάνει τις ιδεολογίες να αναζητούν την ταύτιση με θεσμούς που έχουν κλείσει τον ιστορικό τους κύκλο;
Εδώ επικεντρώνεται κατ’ εμε η τεράστια ευθύνη των σημερινών πολιτικών ο τρόπος που μεταλλάσσονται οι πολιτικές ταυτότητες στην εποχή μας.
Ο τρόπος, δηλαδή, που διαρκώς χάνουν στοιχεία λόγου, προγράμματος, στρατηγικής, και ξεπέφτουν στην εικόνα και στην αισθητική.
Τα «φαντάσματα» βολεύουν γιατί είναι κατεξοχήν «εικόνες».
Οι ιδεολογίες, ακόμη και οι συντηρητικές, ή «αντιδραστικές», όταν είναι κυρίως λόγος και στρατηγική των κομμάτων, καλούνται να απαντήσουν σε πραγματικές κριτικές μέσα από διάλογο και με τους κανόνες μιας συγκροτημένης πολιτικής αντιπαράθεσης.
Όμως, όταν γίνονται εικόνα, αισθητική, «ποστάρισμα», τότε δεν μπαίνουν σε κανένα καλούπι, δεν κάνουν διάλογο, γίνονται τμήματα μιας «οπαδικού» τύπου πολιτικής αντιπαράθεσης, διαλύουν την πολιτική συζήτηση και διαμορφώνουν ευνοϊκό έδαφος για κάθε λογική πολιτικού «τραμπουκισμού». Και να μην εμποδίζει κανείς κανένα να αυτοαποκαλείται δεξιός, νεοφιλελεύθερος, «ευρωπαϊστής» και λίγο χουντικός ή βασιλόφρων.
Η πολιτική ποτέ δεν μπορεί και δεν πρέπει ΠΟΤΕ να πάρει διαζύγιο από την ιστορία.
Όμως, ΕΠΙΒΑΛΕΤΑΙ να κινείται πέρα από τον χορό των κάθε λογής φαντασμάτων.
Δορυς/Doris, Κατερίνη, 17-1-2023