Facebooktwitterlinkedinmail

Με τη χθεσινή ομόφωνη καταδίκη της Ελλάδας από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων γράφτηκε το τελευταίο κεφάλαιο μιας από τις πιο ζοφερές ιστορίες βάναυσης θεσμικής κακοποίησης ευάλωτων οροθετικών γυναικών, που ξεκίνησε την προεκλογική άνοιξη του 2012. Οταν ο τότε υπουργός Υγείας Ανδρέας Λοβέρδος με τη συμβολή των κατασταλτικών μηχανισμών της ΕΛ.ΑΣ. -με πολιτικό της προϊστάμενο και τότε τον Μιχ. Χρυσοχοΐδη- και του πρώην ΚΕΕΛΠΝΟ, προχωρούσε σε ένα πρωτοφανές κυνήγι μαγισσών που προκάλεσε εγχώρια και διεθνή κατακραυγή. Η ηχηρή καταδικαστική απόφαση του Δικαστηρίου του Στρασβούργου, αν και δεν μπορεί να αντισταθμίσει τον διασυρμό που υπέστησαν οι γυναίκες, είναι εκκωφαντική.

Λίγες μέρες πριν από τις εκλογές του Μαΐου του 2012, ο Α. Λοβέρδος εξέδιδε την υγειονομική διάταξη 39Α, που βασιζόταν σε Αναγκαστικό Νόμο του 1940. Ο ίδιος σε δημόσια τοποθέτησή του ανακοίνωνε: «Εχοντας υπόψη την ανάγκη λήψης μέτρων για να προστατευτεί η υγεία του πληθυσμού, αποφασίζουμε: Λοιμώδη νοσήματα επικίνδυνα για τη δημόσια υγεία θεωρούνται τα νοσήματα που ορίζονται ρητώς από το ΚΕΕΛΠΝΟ. Ειδικά για το HIV, HBV, HCV θα υπάρχει ειδικός έλεγχος για τα άτομα που κάνουν χρήση ενδοφλέβιων ναρκωτικών ουσιών, καθώς και για τα εκδιδόμενα άτομα». Και συμπλήρωνε: «Οι αστυνομικές αρχές παρέχουν κάθε νόμιμη συνδρομή […] Τώρα, αν κάποιος δεν δεχτεί τον έλεγχο, τον κάνουμε με το ζόρι».

Λίγες ημέρες μετά, με μία επιχείρηση-σκούπα στο Κέντρο της Αθήνας, εκατοντάδες γυναίκες και ΛΟΑΤΚΙ άτομα συνελήφθησαν, υποβλήθηκαν παράνομα από γιατρούς του ΚΕΕΛΠΝΟ σε εξαναγκαστική εξέταση αίματος και διαγνώστηκαν με τον ιό HIV (Αναλυτικά: «Τα “Ερείπια” μιας πολιτικής», Ιός, 30/11/14). Φωτογραφίες, ονόματα, ακόμη και διευθύνσεις βρέθηκαν σε κοινή θέα, κατόπιν εισαγγελικής εντολής, ενώ 32 γυναίκες κλείστηκαν στη φυλακή με την κακουργηματική κατηγορία της βαριάς σκοπούμενης σωματικής βλάβης κατά συρροή. Ολες τελικά αθωώθηκαν, όμως κάποιες πέθαναν -τουλάχιστον δέκα- ακόμη και πριν προλάβουν καν να ακούσουν την τελική ετυμηγορία των ελληνικών δικαστηρίων.

Ασκώντας το ύστατο ένδικο μέσο στο Δικαστήριο του Στρασβούργου, δέκα οροθετικές γυναίκες και μία αδερφή θύματος συνέχισαν τον αγώνα τους για δικαίωση με τη νομική συνδρομή της Ομάδας Δικηγόρων για τα Δικαιώματα Προσφύγων και Μεταναστών. Η καταδίκη, που επιδικάζει στην Ελλάδα 70.000 ευρώ αποζημίωση στις προσφεύγουσες για ηθική βλάβη, έχει δύο σκέλη: την εξαναγκαστική εξέταση αίματος και την αδικαιολόγητη διάδοση προσωπικών δεδομένων. Το Δικαστήριο ομόφωνα αποφαίνεται πως παραβιάστηκε και στα δύο σκέλη το δικαίωμα του σεβασμού της ιδιωτικής ζωής όπως κατοχυρώνεται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων

Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι ο υγειονομικός έλεγχος που επιβλήθηκε στις γυναίκες ισοδυναμούσε με παρέμβαση στην ιδιωτική τους ζωή, ενώ οι δικαστές σημειώνουν πως καμία από τις διατάξεις που επικαλέστηκε η τότε κυβέρνηση δεν ήταν ικανή να δικαιολογήσει ιατρική παρέμβαση, είτε από αστυνομικούς είτε από γιατρούς. Εκρινε ακόμη πως η δημοσίευση των προσωπικών δεδομένων των γυναικών ισοδυναμούσε με «δυσανάλογη παρέμβαση στο δικαίωμά τους στον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής». Μάλιστα η απόφαση σημειώνει πως τα στοιχεία τους μεταδόθηκαν από τα μέσα ενημέρωσης, ενώ ο αρμόδιος εισαγγελέας δεν είχε προσπαθήσει να εξακριβώσει εάν θα μπορούσαν να είχαν ληφθεί «άλλα μέτρα, ικανά να εξασφαλίσουν λιγότερη έκθεση στα ΜΜΕ». Στο διατακτικό της, η απόφαση αφορά τέσσερις από τις προσφεύγουσες, όμως, όπως επισημαίνει η απόφαση του ΕΔΔΑ, η παραβίαση του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή αφορά όλες τις οροθετικές γυναίκες που διαπομπεύτηκαν.

Μαζί με τους δικαστικούς λειτουργούς και γιατρούς του ΚΕΕΛΠΝΟ που δέχτηκαν να δώσουν τα στοιχεία των γυναικών στην αστυνομία, βάσει της «υγειονομικής διάταξης Λοβέρδου», τον δικό της ρόλο στη διαπόμπευση είχε παίξει τότε και η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα. Οταν, τον Αύγουστο του 2012, κλήθηκε να αποφανθεί για τη δημοσίευση των προσωπικών δεδομένων από την ΕΛ.ΑΣ., η Αρχή, κρυπτόμενη πίσω από τη διάκριση των εξουσιών, ισχυρίστηκε ότι δεν δύναται να ασκήσει ελεγκτικές αρμοδιότητες στην εισαγγελική διάταξη με την οποία κρεμάστηκαν «στα μανταλάκια» τα στοιχεία των γυναικών

Χρειάστηκαν αρκετά χρόνια προκειμένου οι φωτογραφίες των γυναικών να εξαφανιστούν από το διαδίκτυο. Ταυτόχρονα οι μηνύσεις που είχαν καταθέσει κάποιες εξ αυτών, όπως και οργανώσεις που δραστηριοποιούνται στον χώρο του HIV στην Ελλάδα κατά των αστυνομικών, στελεχών του ΚΕΕΛΠΝΟ και κάθε υπευθύνου που είχε εμπλακεί στη ρατσιστική επιχείρηση, μπήκαν από την εισαγγελία στο αρχείο. Η μόνη στήριξη που δέχθηκαν έκτοτε οι γυναίκες ήταν από εθελοντές, οργανώσεις, συλλογικότητες και μεμονωμένους πολίτες, αφού η Πολιτεία δεν παρείχε κανένα σχέδιο υποστήριξής τους. Ολο το ιστορικό της υπόθεσης και το μέγεθος της στοχοποίησης έχει καταγραφεί λεπτομερώς στο ντοκιμαντέρ της Ζωής Μαυρουδή, «Ruins» (Ερείπια).

Το δημόσιο συγγνώμη από μεριάς του ΚΕΕΛΠΝΟ ήρθε από τον αείμνηστο Θεόφιλο Ρόζενμπεργκ το 2016, όταν ανέλαβε την προεδρία του οργανισμού. Ο ιδρυτής των Γιατρών του Κόσμου σε δημόσια τοποθέτησή του χαρακτήριζε τη διαπόμπευση των γυναικών «μελανή κηλίδα της χώρας μας» και υπογράμμιζε πως ο οργανισμός με την πλήρη κάλυψη και στήριξη της τότε πολιτικής ηγεσίας του υπουργείου Υγείας καθοδηγήθηκε από σκοταδιστικές και αντιεπιστημονικές προκαταλήψεις. Το 2022 σε μία κίνηση που αναιρούσε έμπρακτα την ειλικρινή συγγνώμη του Θ. Ρόζενμπεργκ, διορίστηκε αντιπρόεδρος του ΕΟΔΥ ο Σπύρος Σαπουνάς, ο οποίος το 2012 ως γιατρός ήταν εκείνος που χωρίς τη συγκατάθεση των γυναικών έκανε την αιμοληψία, βεβαίωσε ότι οι γυναίκες είναι οροθετικές και κατόπιν έδωσε τα στοιχεία τους στην αστυνομία

Με την απόφασή του το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου καταδικάζει απερίφραστα την Ελλάδα για παραβιάσεις του άρθρου 8 που αφορά το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή, ως προς την αναγκαστική υποβολή σε αιμοληψία και ανίχνευση του ιού HIV στο πλαίσιο αστυνομικών επιχειρήσεων, καθώς και τη δημοσιοποίηση φωτογραφιών και ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων, δικαιώνοντας, 12 χρόνια μετά, τα εκατοντάδες θύματα των παραβιάσεων αυτών, στο πρόσωπο τεσσάρων από αυτές. Η απόφαση του ΕΔΔΑ καταδικάζει στην ουσία τις παράνομες και απάνθρωπες πρακτικές που υπέστησαν εκατοντάδες γυναίκες και ΛΟΑΤΚΙ πρόσωπα, οι οποίες ενορχηστρώθηκαν, για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας, από τους τότε υπουργούς Υγείας και Δημόσιας Τάξης, Λοβέρδο και Χρυσοχοΐδη, και εφαρμόσθηκαν από τη Διοίκηση και γιατρούς τους ΚΕΕΛΠΝΟ, από αστυνομικούς αλλά και από λειτουργούς της Δικαιοσύνης που διέταξαν την κατάφωρα δυσανάλογη δημοσιοποίηση ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων, ενώ παρέπεμψαν και προφυλάκισαν δεκάδες γυναίκες με έωλα κατηγορητήρια, τα οποία κατέπεσαν στα ακροατήρια με την πανηγυρική αθώωση όλων των κατηγορουμένων. Είναι μια σημαντική απόφαση που καταδικάζει τη βαρβαρότητα και δικαιώνει, έστω και καθυστερημένα, τα θύματα που συνεχίζουν τη ζωή τους αλλά και τη μνήμη των γυναικών, δυστυχώς πολλών, που δεν κατάφεραν να επιβιώσουν

*Δικηγόρος των γυναικών, μέλος της Ομάδας Δικηγόρων για τα Δικαιώματα Προσφύγων και Μεταναστών