Facebooktwitterlinkedinmail
Για κάποιους ανθρώπους τα νούμερα είναι σημαδιακά… Και τον Λευτέρη Σούμποτιτς τον “κυνηγάει” το 7. Συμπτώσεις ή μοίρα; Ως παίκτης φορώντας τη φανέλα με το Νο7, για 7 συνεχή χρόνια, στην ομάδα μπάσκετ του Αρη κατάφερε να κατακτήσει δέκα τρόπαια.
Το 1987 κατέκτησε το πρώτο του νταμπλ με τους κίτρινους και το πρώτο πρωτάθλημα στην καριέρα του. Το 1997 “άλωσε” ως προπονητής την Προύσα και σήκωσε, μέσα στην Τουρκία, το Κύπελλο Κόρατς. Το 2007 ως προπονητής της ΚΚ Σπλιτ έκανε τη μεγάλη έκπληξη και έφτασε σε τελικό με τη Γιουγκοπλάστικα. Το 2017; 
Ο Σλόμπονταν ή Λευτέρης ή Πίξι Σούμποτιτς 7 χρόνια μετά επιστρέφει στην αγαπημένη του Θεσσαλονίκη για να παρακολουθήσει τον μεγάλο τελικό του Κυπέλλου Ελλάδας στο μπάσκετ ανάμεσα στον Αρη και τον Παναθηναϊκό. Δύο ομάδες τις οποίες υπηρέτησε απ’ όλα τα πόστα. Θα καταφέρουν οι παίκτες του Άρη να επιβεβαιώσουν τα προγνωστικά του; Πώς θα νιώσει με το που θα περάσει το κατώφλι του κατάμεστου Παλαί Ντε Σπορ; 
“Ο Παναθηναϊκός είναι το φαβορί στα χαρτιά, παίζει Ευρωλίγκα, έχει μεγαλύτερο μπάτζετ, όμως πιστεύω πως οι παίκτες του Αρη θα δώσουν το ‘αίμα’ τους να κερδίσουν το παιχνίδι. Αυτό έκανα εγώ όταν έμπαινα σε τελικούς. Εύχομαι ολόψυχα  να βάλει ο Αρης ένα ακόμη λάβαρο στο ταβάνι του Νίκος Γκάλης”, λέει.
“Περιμένω πως και πως να μπω στο γήπεδο… σ’ αυτό τον χώρο πέρασα πολλά χρόνια, γνώρισα τις μεγαλύτερες επιτυχίες της ζωής μου. Οι αναμνήσεις είναι πάρα πολλές”, δήλωσε ο “Μίστερ 6,25” σε ραντεβού που δόθηκε στο Μουσείο της ΧΑΝΘ προκειμένου να ξεδιπλώσει στο Αθηναϊκό – Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων το “κουβάρι” των αναμνήσεων.
“Δεν ξεπερνιέται το κύπελλο στην Τουρκία”
“Το λέω και το ξαναλέω… και δεν πρόκειται να ξεπεράσει κανένα άλλο τρόπαιο το κύπελλο της Προύσας το 1997. Ήταν ένας τελικός, σε διπλά παιχνίδια. Χάσαμε στο γήπεδο μας 11 πόντους και μας είχαν όλοι ξεγράψει. Ήταν και η αντιπαλότητα Ελλάδας – Τουρκίας. Μέχρι τότε δεν είχα πάρει ευρωπαϊκό τίτλο, ούτε ως παίκτης, ούτε ως προπονητής”, θυμάται ο Λευτέρης Σούμποτιτς. 
“Λάβαμε πολλά συγχαρητήρια μηνύματα και από την Ελλάδα και από την Κύπρο. Και από τον πατέρα του άτυχου, Σολωμού Σολωμού, τον οποίο τον συνάντησα αργότερα και του έδωσα και μια φανέλα του Άρη”, προσθέτει.
Για την ιστορία, στο πρώτο παιχνίδι του διπλού τελικού στο Αλεξάνδρειο Μέλαθρο ο Άρης είχε χάσει με σκορ 66-77. Πέτυχε τη μεγάλη ανατροπή στην Προύσα, καθώς κέρδισε μέσα στην Τουρκία την Τόφας με 70-88.  
“Βεντέτες Γκάλης και Γιαννάκης”
“Ήταν βεντέτες της ομάδας ο Γκάλης και ο Γιαννάκης. Ήταν παιχταράδες. Στις προπονήσεις γινόταν του σκοτωμού. Παίζαμε διπλό και φεύγαμε στα χέρια με γρατσουνιές και αίματα. Παθιαζόμασταν τόσο που δεν μιλιόμασταν μέχρι την επόμενη μέρα. Περιμέναμε να βρεθούμε στο γήπεδο για να δούμε ποιος θα κερδίσει. Η ήττα δεν υπήρχε στο λεξιλόγιο μας. Ήμασταν νικητές. Δεν θέλαμε να χάνουμε”.
“Αξέχαστο”, συνεχίζει, “θα μου μείνει και το πρώτο νταμπλ με τον Άρη το 1987. Δεν είχα κερδίσει πρωτάθλημα έως τότε, ήταν ο πρώτος τίτλος στην καριέρα μου, ήμουν μεγάλος για εκείνη την εποχή, 31 ετών και το χάρηκα απίστευτα”.
“Θα γίνει best seller βιβλίο με τις ιστορίες του Άρη…”
“Πέρσι που συναντήθηκα στην Αθήνα με το Νίκο Φιλίππου κι αρχίσαμε τις ιστορίες, είπαμε ότι κάποια στιγμή θα γράψουμε ένα βιβλίο, το οποίο θα γίνει best seller. Υπάρχουν πάρα πολλές ιστορίες που έγιναν στις προπονήσεις, στα ταξίδια, στα αποδυτήρια, στα ξενοδοχεία και δεν περιγράφονται”, τονίζει.
Προτού όμως γραφτούν όλα στο βιβλίο ζητήσαμε να μας μεταφέρει μια άγνωστη στο ευρύ κοινό ιστορία: “Θυμάμαι παίζαμε στην Ολλανδία και περιμέναμε το αποτέλεσμα του αγώνα Μακαμπί – Παρτιζάν για να πάμε φάιναλ φορ. Κατευθείαν από τον δικό μας παιχνίδι πήγαμε στο ξενοδοχείο να δούμε το β’ ημίχρονο. Ο καθένας από εμάς ήταν στο δωμάτιο του. Κέρδισε η Μακαμπί και βγήκαμε στους διαδρόμους να πανηγυρίσουμε. Πήρε ο Φιλίππου έναν πυροσβεστήρα και γέμισε με αφρούς όλο το ξενοδοχείο, το οποίο μόλις είχε ανακαινιστεί. Ημασταν όλοι άσπροι από τους  αφρούς, αλλά δεν μας ένοιαζε γιατί χορεύαμε και πανηγυρίζαμε. Την άλλη μέρα, οι υπεύθυνοι δεν μας άφησαν να βγούμε από τα δωμάτια μας”. 
“Ένας κύκλος μου έκλεισε στην Ελλάδα, ένας νέος μπορεί να ανοίξει”
“Από τη στιγμή που αποφάσισα να γίνω προπονητής “σκότωσα” τον παίκτη μέσα μου. Είναι δύσκολο να το κάνεις όταν είσαι χρόνια επαγγελματίας. Ομως πρέπει να καταλαβαίνεις πότε είναι η ώρα να αποχωρήσεις. Οταν νιώθεις ‘ωμά’ πως τα πόδια δεν πάνε όσο παλιά, όταν δεν είσαι άλλο εύστοχος”, δηλώνει ο Λευτέρης Σούμποτιτς.
“Στην προπονητική μου καριέρα, μου συνέβησαν όλα τα πράγματα πάρα πολύ γρήγορα. Την πρώτη χρονιά, με τον Ηρακλή τερματίσαμε στην 3η θέση και βγήκαμε Ευρωλίγκα. Μετά, στον Αρη πήραμε το Κόρατς. Τρία χρόνια αργότερα είχα την τύχη να δουλεύω στον Παναθηναϊκό. Μετά στον Ολυμπιακό… έκανα έναν κύκλο μεγάλων ομάδων και θεώρησα πως έπρεπε να κλείσει”.
“Θα ήθελα κάποια στιγμή να ξαναγυρίσω και να ανοίξει ένας νέος κύκλος στο ελληνικό πρωτάθλημα”, εξηγεί ο Λευτέρης Σούμποτιτς.
“Αμα νιώθεις χορτάτος σταματάς κι εγώ αυτή τη στιγμή δεν είμαι. Από τη στιγμή που θα νιώσω ότι πηγαίνω στην προπόνηση με βαριά καρδιά θα σταματήσω. Γιατί θα κοροϊδεύω τον εαυτό μου, την ομάδα μου και τους παίκτες”, συμπληρώνει. 
“Μετανιώνω….”
Υπάρχει κάτι για το οποίο έχει μετανιώσει στην καριέρα του; “Το μοναδικό πράγμα στον αθλητισμό που έχω μετανιώσει είναι η απόφαση μου να πάω ως προπονητής στον ΠΑΟΚ. Πίστεψα σε κάποιους ανθρώπους, όμως πήγα στην ομάδα που ήταν ο μεγαλύτερος αντίπαλος του Άρη. Δεν περίμενα να μ’ αγκαλιάσουν. Έφυγα μετά από τρεις μήνες”, τονίζει και προσθέτει: 
“Πολλοί παίκτες πήγαν από τον ‘Αρη στον ΠΑΟΚ και από τον ΠΑΟΚ στον Άρη. Εγώ όμως δεν έπρεπε να πάω”.
“Να δουλεύουν σκληρά οι νέοι αθλητές”
Ο Λευτέρης Σούμποτιτς, λόγω της εμπειρίας που διαθέτει, συμβουλεύει τα νέα παιδιά που επιθυμούν να ακολουθήσουν τα όνειρα τους και να κάνουν καριέρα στο μπάσκετ. “Ως παίκτης του Άρη, καθημερινά πήγαινα σ’ ένα μικρό γήπεδο στην περιοχή Χαριλάου κι εκεί έκανα 400 – 500 εύστοχα σουτ. Κάθε σουτ που έκανα και δεν ήταν εύστοχο έπιανα τον εαυτό μου να σκέφτεται “τι πήγε λάθος;”. Δεν αρκεί μόνο το ταλέντο για τα νέα παιδιά. Χρειάζεται προπόνηση, προπόνηση, προπόνηση. Σκληρή δουλειά και με μια μπάλα του μπάσκετ συνέχεια στο χέρι”.
ΑΠΕ ΜΠΕ